Ροή Ειδήσεων:

Smaller text size Larger text size

Η επίδραση του χωροταξικού σχεδιασμού στη βιώσιμη ανάπτυξη της Ύδρας

28 Ιούνιος 2017, 10:46

Η Ύδρα ως τουριστικός προορισμός έχει την ανάγκη για την υιοθέτηση ενός επιστημονικά ολοκληρωμένου χωροταξικού σχεδιασμού, δημιουργώντας την προϋπόθεση για την ορθολογιστική ανάπτυξη της τουριστικής δραστηριότητας, καθώς διέπεται από μικρή φέρουσα τουριστική ικανότητα.


Σύμφωνα με τον Νόμο 3852/2010 και το πρόγραμμα Καλλικράτη, η Ύδρα ανήκει στην Περιφέρεια Αττικής και Νήσων, είναι νησί του Αργοσαρωνικού και έχει έκταση 64 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Παρά το γεγονός ότι είναι λιλιπούτειο νησί από τις δεκαετίες 1950 και 1960 ανακαλύφθηκε από παραγωγούς ταινιών δίνοντας το έναυσμα στη τουριστική κίνηση, ενώ το 1970 κατάφερε να αποκτήσει τουριστικές υποδομές μετατρέποντας αρκετά αρχοντικά σε ξενοδοχεία και απλά σπίτια σε ενοικιαζόμενα δωμάτια.

Σήμερα η Ύδρα θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά τουριστικά θέρετρα, τόσο στην ελληνική επικράτεια όσο στο εξωτερικό με το μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας της να βασίζεται στην τουριστική  ανάπτυξη, ενώ τελεί υπό την απαγόρευση της κυκλοφορίας τροχοφόρων.

Είναι νησί με πλούσιο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον, με πολλά αξιοθέατα και ιστορικά μουσεία, με έντονη παράδοση και πολυάριθμες εκδηλώσεις (πολιτιστικές, αθλητικές, κ.ά). Όλη περιοχή της Ύδρας έχει κηρυχθεί ως αρχαιολογικός χώρος και η αρχαιολογική υπηρεσία ελέγχει την οικοδομική δραστηριότητα για τυχόν ανέγερση νέων οικοδομών, καθώς και ξενοδοχείων.

Η Ύδρα σύμφωνα με το Ειδικό πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον τουρισμό του Φύλλου Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (Αρ. Φύλλου 3155,12 Δεκεμβρίου 2013, Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, ΦΕΚ 128 Α ́) ανήκει στην ομάδα Ι των τουριστικά αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων νησιών για τα οποία δίνονται οι παρακάτω κατευθύνσεις χωρικής οργάνωσης:

“α. Αντιμετώπιση συγκρούσεων μεταξύ δραστηριοτήτων.
β. Έλεγχος των περιβαλλοντικών πιέσεων και του είδους της ανάπτυξης.
γ. Προώθηση μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας και βελτίωσης της ενεργειακής αποδοτικότητας των εγκαταστάσεων (προώθηση ΑΠΕ, βιοκλιματικών μεθόδων)
δ. Μέριμνα για την αποτροπή της μονόπλευρης εξάρτησης από τον τουρισμό,
ε. Ένταξη υποδομών και εγκαταστάσεων ειδικών εναλλακτικών μορφών τουρισμού στο προσφερόμενο προϊόν, με μέριμνα για την προστασία των φυσικών και ανθρωπογενών πόρων στην περιοχή ανάπτυξής τους.
στ. Προσαρμογή νέων εγκαταστάσεων στα μορφολογικά πρότυπα και την κλίμακα των οικισμών.
ζ. Πολιτικές ολοκληρωμένης τουριστικής ανάπτυξης μέσω οργανωμένων υποδοχέων τουριστικών δραστηριοτήτων ήπιας ανάπτυξης και σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων ήπιας ανάπτυξης έναντι της σημειακής χωροθέτησης τουριστικών καταλυμάτων.
η. Θέσπιση δυνατότητας χαρακτηρισμού, είτε μέσω των υφισταμένων είτε μέσω νέων ειδικών προς τούτο εργαλείων χωρικού σχεδιασμού, τμημάτων των νησιών της Ομάδας Ι ως Περιοχών Ενεργητικής Παρέμβασης και Ανάπλασης με τον προσδιορισμό μέτρων για την αναβάθμιση ή και την ανάπτυξη του προσφερόμενου τουριστικού προϊόντος, σε συνδυασμό με την παρακολούθηση της εφαρμογής των μέτρων αυτών για τη διαπίστωση της αποτελεσματικότητάς τους” [Αρ. Φύλλου 3155, 12 Δεκεμβρίου 2013, 67580/6.12.2013 κοινή υπουργική απόφαση “Διαδικασία κατάρτισης Γενικού και Ειδικών πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης”, ΦΕΚ B ́ 3134/2013].

Η βασική κατεύθυνση του ειδικού αυτού πλαισίου δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μετάβαση από τον μαζικό τουρισμό (που ακολουθείται στο ευρύτερο πλαίσιο των συμπεριλαμβανομένων νησιών στην ομάδα Ι και αφορά χαμηλής οικονομικής απόδοσης τουρισμό), σε έναν ποιοτικά διαφοροποιημένο τουρισμό. Η Ύδρα ως τουριστικός προορισμός δεν έχει υιοθετήσει το μοντέλο του μαζικού τουρισμού, τουναντίον έχει πορευθεί από τη δεκαετία του ‘50 με το μοντέλο του μεμονωμένου. Αξιοσημείωτο είναι ότι έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια τον εναλλακτικό τουρισμό, όπου σύμφωνα με τον Τσάρτα (2005), η ανάπτυξη των εναλλακτικών μορφών στοχεύουν να ικανοποιήσουν τις πολλαπλές και διαφοροποιημένες ανάγκες του ιδιαίτερα απαιτητικού και ενημερωμένου σύγχρονου τουρίστα-επισκέπτη.

Από το 1960 όλος ο οικισμός της Ύδρας έχει χαρακτηρισθεί ως ιστορικός και παραδοσιακός οικισμός πιο συγκεκριμένα:

Όπως κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. της 9-24.8.1932 (Α’ 275), καθώς και των άρθρων 1 και 5 του Ν. 1469/1950 (Α’ 169), χαρακτηρίσθηκε “ως χρήζων ειδικής προστασίας και ως ιστορικός τόπος ολόκληρος ο οικισμός της Ύδρας, ως ούτος καθορίζεται υπό της υφισταμένης πολεοδομικής καταστάσεως, διότι ο εν λόγω οικισμός εμφανίζει ιδιαιτέραν σημασίαν από απόψεως της ελληνικής αρχιτεκτονικής και της ελληνικής ιστορίας”.

Ακολούθως, με την 10977/16.5.1967 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως “περί χαρακτηρισμού ιστορικών μνημείων κ.λπ.” (Β’ 352), που εκδόθηκε επίσης βάσει των άρθρων 52 του Κ.Ν. 5351/1932 και 1 και 5 του Ν. 1469/1950, χαρακτηρίσθηκαν “ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία και τόποι παρουσιάζοντες ιδιαίτερον φυσικόν κάλλος ή ενδιαφέροντες από απόψεως αρχιτεκτονικής ή ιστορικής” οι οικισμοί Μεγάλο Καμίνι, Μικρό Καμίνι και Βλυχός, οι οποίοι βρίσκονται δυτικά του οικισμού της Ύδρας.

Επιπλέον, με την Α/Φ31/1518/650/10.3.1975 απόφαση του υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών (Β’ 334), η οποία εκδόθηκε κατ‘εξουσιοδότηση των άρθρων 1 και 5 του Ν. 1469/1950 με σκοπό τη συμπλήρωση των ανωτέρω δύο αποφάσεων, χαρακτηρίσθηκε ολόκληρη η νήσος Ύδρα “ως τόπος ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους και τόπος χρήζων ειδικής κρατικής προστασίας, διότι άπαντα τα εν τη νήσω τοπία είναι εξαιρέτου φυσικού κάλλους, η Ύδρα δε, πλην της ιστορικής σημασίας της, περιλαμβάνει αξιόλογα αρχιτεκτονικά συγκροτήματα ενδιαφέροντα από απόψεως της ελληνικής αρχιτεκτονικής και της ελληνικής ιστορίας”.

Εν συνεχεία, με το άρθρο 1 του Π.Δ. της 19.10-13.11.1978 “περί χαρακτηρισμού ως παραδοσιακών οικισμών τινών του Κράτους και καθορισμού των όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων αυτών” (Δ’ 594) ο οικισμός της Ύδρας χαρακτηρίσθηκε ως παραδοσιακός και η αρχαιολογική υπηρεσία, όσο η εφορία αρχαιοτήτων  έχουν ρόλους μείζονος σημασίας, καθώς ελέγχουν την οικοδομική δραστηριότητα στο εν λόγω τουριστικό προορισμό.

Σήμερα και τα δύο διαδοχικά Ειδικά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού για τον Τουρισμό του 2013 και 2009 έχουν ακυρωθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ενώ στο Φ.Ε.Κ  Α΄Τεύχος 23/12/2016 με το Ν.4447, υπάρχει συνέχεια στη προστασία των περιοχών όπως είναι και η νήσος Ύδρα.

Πιο συγκεκριμένα στο Κεφαλαίο Γ’ του Ρυθμιστικού Χωρικού Σχεδιασμού και Άρθρο 7, που αφορά στα Τοπικά Χωρικά Σχέδια στις (γ) Περιοχές Προστασίας αναφέρονται τα εξής:

“αα) Ως περιοχές προστασίας νοούνται οι περιοχές μελέτης των Τοπικών Χωρικών Σχεδίων, οι οποίες διαθέτουν ιδιαιτέρως αξιόλογα φυσικά ή πολιτιστικά στοιχεία που χρήζουν προστασίας, προβολής και ανάδειξης. Οι περιοχές αυτές οροθετούνται και καθορίζονται για αυτές περιορισμοί ή και απαγορεύσεις στις χρήσεις γης και στη δόμηση, καθώς και στην εν γένει άσκηση δραστηριοτήτων και λειτουργιών, για λόγους προστασίας του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος και τοπίου”.

Η Ύδρα ως τουριστικός προορισμός αποτελεί πόλο έλξης τόσο ημεδαπού όσο αλλοδαπού τουρισμού  και δεδομένης της μακρόχρονής ιστορίας που έχει στη ελληνική τουριστική βιομηχανία από την δεκαετία του 1950 κρίνεται αναγκαίο να αφουγκρασθεί  τις πολιτικές ανάπτυξης του νησιωτικού χώρου σε παγκόσμιο επίπεδο, όπου σε ένα ευρύ πλαίσιο τα νησιά αντιμετωπίζονται ως διακριτές δομές με ιδιαιτερότητες που αφορούν το περιβάλλον και την βιώσιμη ανάπτυξη τους, με απαιτούμενες εξειδικευμένες πολιτικές ανάπτυξης (Λαγός,2016). Ακολούθως παρουσιάζονται συνοπτικά οι πολιτικές που έχουν διαμορφωθεί Παγκοσμίως.

Μια εξειδικευμένη στρατηγική ανάπτυξης του νησιωτικού χώρου, σε διεθνές επίπεδο, σχεδιάστηκε και διατυπώθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη και αποτέλεσε Πρόγραμμα Δράσης για την Αειφόρο Ανάπτυξη των Μικρών Αναπτυσσόμενων Νησιωτικών Κρατών. Η συγκεκριμένη στρατηγική ανάπτυξης έθεσε ως στόχο την αντιμετώπιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι μικροί νησιωτικοί χώροι και εστίασε στους φυσικούς πόρους, στους φυσικούς κινδύνους, σε οικονομικές και κοινωνικές συνιστώσες, σε θέματα που αφορούν τη διακυβέρνηση και την εφαρμογή της αειφόρου πολιτικής ανάπτυξης (Κουτσοπούλου, 2013).

Σύμφωνα με την Κοτταρά (2017) όσον αφορά τις πολιτικές ανάπτυξης που έχουν διαμορφωθεί στην Ευρώπη δεν έχουν αναπτυχθεί πολιτικές που να στοχεύουν στην επίλυση των ζητημάτων που απορρέουν από τη νησιωτικότητα. Οι πολιτικές που έχουν διαμορφωθεί αφορούν το ανθρώπινο δυναμικό, τις υπηρεσίες, τους φυσικούς πόρους, την πολιτιστική κληρονομιά και την επιχειρηματικότητα.

Με βάση τις συγκεκριμένες πολιτικές, αρκετές νησιωτικές περιοχές έχουν ενταχθεί στο δίκτυο Φύση 2000, έχουν διαχειριστεί σε ικανοποιητικό βαθμό τα στερεά και υγρά απόβλητα και έχουν ενισχυθεί οι παραδοσιακές αγροτικές πρακτικές. Ωστόσο, οι συγκεκριμένες πολιτικές δεν έχουν αποδώσει στους τομείς της απασχόλησης και της επιχειρηματικότητας στον νησιωτικό χώρο (Κοτταρά,2017).

Σχετικά με τις πολιτικές για την οικονομική και τουριστική ανάπτυξη στα νησιά της Μεσογείου, σε αυτές περιλαμβάνονται το Πρωτόκολλο για την Ολοκληρωμένη Διαχείριση της Παράκτιας Ζώνης και η Μεσογειακή Στρατηγική για το Νερό (Κουτσοπούλου, 2013).

Επιπλέον ζωτικής σημασίας για την νησιωτική ανάπτυξη στην Ευρώπη αποτέλεσε η Σύνοδος της Επιτροπής για τα Νησιά της Διάσκεψης των Περιφερειακών Παραθαλάσσιων Περιοχών στις Αζόρες που έλαβε χώρα το 2010. Προτάθηκε η χρήση στατιστικών εργαλείων και νέων μηχανισμών πολιτικής και οικονομικής ενίσχυσης με στόχο την ενσωμάτωση των νησιωτικών ιδιαιτεροτήτων στους στόχους της εδαφικής συνοχής (Islands Commission, 2010).

Πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί ότι οι περισσότερες πολιτικές εστιάζουν στην περιοχή της Μεσογείου σε ένα ευρύτερο πλαίσιο και όχι στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των νησιών και στη μεγάλη ετερογένειά τους.

Όσον αφορά τις εθνικές πολιτικές έχουν γίνει προσπάθειες για την οργάνωση και την ανάπτυξη των νησιών με κάποιες περιορισμένες και περιστασιακές Χωροταξικές Μελέτες, οι οποίες δεν εμπεριέχουν το σωστό θεσμικό πλαίσιο για την αειφόρο οικονομική ανάπτυξη (Κοκκώσης και Μέξα, 2002). Έχουν διατυπωθεί Γενικά και Ειδικά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης τα οποία αναφέρονται και στα νησιά, τα οποία όμως εστιάζουν περισσότερο στις επενδύσεις και όχι στις οικονομικές και περιβαλλοντικές συνέπειες της τουριστικής ανάπτυξης, καθώς και στις ιδιαιτερότητες του κάθε νησιωτικού τόπου (Κουτσοπούλου, 2013).

Γίνεται ολοένα και περισσότερο αντιληπτό ότι διαμέσου χάραξης  κατάλληλου Χωρικού Σχεδιασμού η Τουριστική Ανάπτυξη δύναται να επιδράσει θετικά σε ένα σημαντικό τμήμα των υπολοίπων παραγωγικών δραστηριοτήτων μιας περιοχής, αυτό είναι δυνατόν να συμβεί και στη περίπτωση της Ύδρας δίνοντας πολλαπλασιαστικά οφέλη στην τοπική κοινωνία και οικονομία (Κοτταρά, 2017).

Η Ύδρα ως τουριστικός προορισμός έχει την ανάγκη για την υιοθέτηση ενός επιστημονικά ολοκληρωμένου χωροταξικού σχεδιασμού, δημιουργώντας την  προϋπόθεση για την ορθολογιστική ανάπτυξη της τουριστικής δραστηριότητας, καθώς διέπεται από μικρή φέρουσα τουριστική ικανότητα. Επιπλέον κρίνεται απαιτητέα η διαμόρφωση ενός επιχειρησιακού και επενδυτικού πλαισίου  αναφοράς για την αναζήτηση συμπληρωματικότητας και συνέργειας αναφορικά με τις επιμέρους τομεακές πολιτικές, ενώ παράλληλα πρέπει να ενισχυθεί η αειφορική-βιώσιμη κουλτούρα με σεβασμό ως προς τη χρήση των φυσικών και πολιτιστικών πόρων και ιδίως ως προς τις χρήσεις γης, δημιουργώντας κλίμα εμπιστοσύνης των επενδυτών.

Βιβλιογραφία

  • Κοκκώσης, Χ., Μέξα, Α. (2002).Τα Νησιά, στο Χ. Κοκκώσης (επ.).Άνθρωπος και Περιβάλλον στην Ελλάδα
  • Κοτταρά , Χ.(2017).Διπλωματική Εργασία: Η συμβολή του τουρισμού στην οικονομική ανάπτυξη της Ύδρας. Αθήνα.:ΕΑΠ
  • Κουτσοπούλου, Ασπ. Αντ. (2013).Δυναμική των νησιωτικών συστημάτων: Προς μία στρατηγική ολοκληρωμένης ανάπτυξης του ελληνικού μικρονησιωτικού χώρου, 11ο Τακτικό Συνέδριο. Αθήνα
  • Λαγός, Δ.(2016).Θεωρητικές Προσεγγίσεις στον Τουρισμό. Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική.
  • Τσάρτας, Γ.(2005). Αειφορία και περιβάλλον: ο νησιωτικός χώρος στον 21ο αιώνα. Αθήνα: Σιδέρης.
  • Φ.Ε.Κ   τεύχος Α’ 2412016, Ν.4447/2016, Χωρικός σχεδιασμός - Βιώσιμη ανάπτυξη και άλλες διατάξεις.
  • Φ.Ε.Κ. τεύχος Β΄ 3155/2013, Ν. 3155/2013, Χωροταξικός Σχεδιασμός και Αειφόρος Ανάπτυξη.
  • Φ.Ε.Κ. τεύχος Α΄ 1785/2010, Ν. 3852/2010,Σύσταση- Συγκρότηση Αυτοδιοίκησης και Αποκεντρωμένης Διοίκησης.

 

 

Η Χαρά Κοτταρά είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου στη Διοίκηση Τουριστικών Επιχειρήσεων MSc του Ε.Α.Π, πτυχιούχος Διοίκησης & Οικονομίας τμήματος Λογιστικής του Α.Τ.Ε.Ι Πειραιά, με εξειδίκευση στην Διοίκηση-Ηγεσία-Αξιολόγηση & Έλεγχο των Εκπαιδευτικών μονάδων του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Έχει πολυετή επαγγελματική εμπειρία και σήμερα δραστηριοποιείται στον χώρο της Εκπαίδευσης. Είναι εισηγήτρια σε θέματα της Οικονομικής Επιστήμης (Χρηματοοικονομικής Διοίκησης, Λογιστικής, κ.ά.) στη Δευτεροβάθμια και Μεταδευτεροβάθμια Εκπαίδευση, ενώ έχει συγγράψει μεγάλο αριθμό ακαδημαϊκών σημειώσεων σε E-learning προγράμματα. Είναι εξετάστρια πρακτικού μέρους στις Πιστοποίησης του Ε.Ο.Π.Π.ΕΠ, ειδικοτήτων: Marketing, Management, Ναυτιλιακών, Τουρισμού και πολλών άλλων. Παράλληλα συμμετέχει ως μέλος στις Επιτροπές Σύνταξης Τράπεζας Θεμάτων του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων και στην Επιτροπής κατάρτισης των νέων Οδηγών Σπουδών του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων. Επίσης, έχει διδάξει στις Φυλακές Κορυδαλλού (ευάλωτες κοινωνικά ομάδες), σε επιμελητήρια και πολλούς φορείς δημόσιους και ιδιωτικούς, ενώ έχει πάνω από 8.000 διδακτικές ώρες στο ενεργητικό της.



Share |
Σχολίασε κι εσύ...












* Τα πεδία με "*" είναι υποχρεωτικά.
* Δεν επιτρέπεται κώδικας HTML.
* Το Email και το Τηλέφωνό σας δεν θα εμφανίζονται.
Ads by TDN

Μικρά & Ενδιαφέροντα

Παρουσιάσεις Εταιριών

Παρουσιάσεις Προϊόντων

Tourism Lobby

Οι αναγνώστες μας στο Facebook

Αγγελίες

Μια Φωτογραφία μιλάει

Συνέδρια - Ημερίδες - Εκθέσεις

Chinese Tourist Welcome Seminar

Φωτορεπορτάζ

Οι αναζητήσεις του Μορφέα

Ημερολόγιο Τουριστικών Εκθέσεων

Τα eNewsletters της αγοράς

↑ top