Ροή Ειδήσεων:

Smaller text size Larger text size

ΙΤΕΠ
Αλλαγή πορείας για τον ελληνικό τουρισμό

16 Μάιος 2006, 00:00

ΙΤΕΠ
Αλλαγή πορείας για τον ελληνικό τουρισμό

Το 2005 μπορεί να χαρακτηρισθεί, χωρίς καμιά υπερβολή, ως αφετηρία για μια νέα ανοδική και κερδοφόρα πορεία για τον τουρισμό και την γενικότερη οικονομική ανάπτυξη. Είναι το πρώτο έτος, κατά το οποίο συνετελέσθη πείθουσα αναστροφή των πτωτικών τάσεων, μετά πενταετία αρνητικών επιδόσεων σε φυσικές ροές και συνάλλαγμα. Το 2004, ως ολυμπιακό έτος, για αμιγώς συγκυριακούς λόγους, ήταν ασφαλώς ένα καλό τουριστικό έτος σε όρους συναλλάγματος, ενώ κατά τα λοιπά δεν διέφερε σε τίποτα από τα προηγούμενα αυτού πιο πρόσφατα έτη. Η αύξηση του συναλλάγματος οφείλεται σε γεγονός μη επαναλαμβανόμενο και, επομένως, το 2004 δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως περίοδος που σηματοδότησε αλλαγή πορείας. Αυτό έγινε το 2005 με την πρωτοφανή κινητοποίηση της πολιτικής ηγεσίας του τουρισμού με διαφήμιση και άλλα συναφή μέσα προβολής της χώρας.

Αναγνωρίζεται, γενικώς, ότι η παρουσία της χώρας στις καθιερωμένες ετήσιες εκθέσεις τουρισμού της Ευρώπης υπήρξε πρωτόγνωρη και έτυχε αναγνωρίσεως και επιβραβεύσεως από τις σχετικές τουριστικές αρχές.

Η αναφορά αυτή δεν πρέπει να θεωρηθεί ως υπονοούσα ότι η διαφήμιση και προβολή, όταν λαμβάνεται στο ενδεδειγμένο ποσοτικά μέγεθος, με την αρμόζουσα ποιότητα και χρονική και περιφερειακή κατανομή είναι από μόνη της ικανή να συντηρήσει ικανοποιητικό τουριστικό ρυθμό αναπτύξεως σε μεσο-μακροχρόνιο ορίζοντα. Αυτό που επισημαίνεται, και εμπειρικώς υποστηρίζεται από στατιστικά ευρήματα, είναι ότι η απουσία ή ανεπαρκής ποσότητα και ποιότητα του παράγοντα αυτού είναι ικανή να προκαλέσει αυτονόμως αρνητικές εξελίξεις στον τουρισμό.

Η καθίζηση του αλλοδαπού τουρισμού στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2000-2004 ασφαλώς δεν προήλθε αποκλειστικώς από την απουσία της Ελλάδος στα τουριστικά δρώμενα ανά τον κόσμο (εκθέσεις, εκδηλώσεις διάφορες, κτλ.). Σημαντικός υπήρξε και ο αρνητικός ρόλος της καθιζήσεως της ολικής ποιότητος του τουριστικού προϊόντος, προερχόμενη κατά βάση από την περαιτέρω υποβάθμιση του εξωξενοδοχειακού τουριστικού περιβάλλοντος, αλλά και από την αδράνεια της Πολιτείας απέναντι στο μέγα ζήτημα της ανάγκης αναβαθμίσεως του μέσου όρου των παρεχομένων ξενοδοχειακών υπηρεσιών. Υπενθυμίζεται ότι άνω των 2/3 του ξενοδοχειακού δυναμικού, λόγω μεγέθους και κατηγορίας, δεν ανταποκρίνεται στις σύγχρονες απαιτήσεις της διεθνούς ζητήσεως. Με άλλα λόγια, υπήρξε σύγκλιση πολλών παραγόντων προς κατεύθυνση μειώσεως της διεθνούς ανταγωνιστικότητας του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.

Η βαθμιαίως συντελεσθείσα, σε συγκριτικούς προς τις άμεσα ανταγωνίστριες χώρες όρους, υποχώρηση της ολικής ποιότητος του τουριστικού προϊόντος, στοίχισε στην Ελλάδα απώλεια πολλών δις ευρώ, αλλά και θα εξακολουθήσει να στοιχίζει στο μέλλον, ακόμα και όταν η μελλοντική ανάπτυξη δεν υστερεί του μέσου όρου των χωρών της Ν. Α. Ευρώπης και της Μεσογείου. Κατά συντηρητικό υπολογισμό, η απώλεια τουριστικών συναλλαγματικών εισροών κατά την περίοδο 2000-2004 υπερβαίνει αρκετά τα 2 δις ευρώ. Βεβαίως, με παραδοχή αυξήσεως μεγαλύτερη του μέσου όρου, που θα αποτελούσε εφικτό στόχο, η συναλλαγματική απώλεια γίνεται 3-4 δις ευρώ.

Όπως ήδη έχει υπογραμμισθεί, το 2005 οριοθετεί την έναρξη μιας περιόδου, μακράς πιθανώς, ανοδικής πορείας του αλλοδαπού τουρισμού στην χώρα μας. Η πρόβλεψη αυτή στηρίζεται στην εκτίμηση ότι θα συνεχισθεί η μεγάλη προσπάθεια που έχει μέχρι τώρα καταβληθεί και θα επεκταθεί συμμέτρως και στην ποιότητα των υποδομών και του γενικότερου περιβάλλοντος, εντός του οποίου ο επισκέπτης αναζητεί την αναψυχή, την γνωριμία με την διαχρονική πολιτισμική ταυτότητα και το πολυδιάστατο φυσικό κάλλος της χώρας.

Πρόσφατες Τάσεις

Μεταξύ 2000 και 2004, και κατά μέσο όρο, σε μεν φυσικούς όρους ο αριθμός των αλλοδαπών τουριστών στην Ελλάδα παρέμεινε κατ’ ουσίαν αμετάβλητος, αλλά με εμφανή μείωση του αριθμού διανυκτερεύσεων ανά άφιξη. Η μείωση του αριθμού των διανυκτερεύσεων αντανακλάται ευκρινέστατα στο εισέρευσαν συνάλλαγμα, το οποίο από 10.061 εκατ. ευρώ το 2000 μειώθηκε σε 9.495 εκατ. ευρώ το 2003. Η κατά το 2004 μεγάλη αύξηση δεν συνδέεται με κάποιου είδους τάση, είναι αμιγώς συγκυριακή και οφείλεται στις υψηλές τιμές που απήλαυσε η τουριστική Αθήνα λόγω της Ολυμπιάδας.

Αναλυτικότερα, κατά το παρελθόν έτος αυξήθηκαν οι αφίξεις αλλοδαπών τουριστών κατά περίπου 5% (ίσως ελαφρώς υψηλότερο) σε όρους, όμως, συναλλάγματος η επίδοση ήταν πολύ καλύτερη. Η κατά 6,7% αύξηση του εισρεύσαντος συναλλάγματος αποτελεί έκπληξη, διότι υπολογίζεται με βάση ένα κατεξοχήν ευμενές συγκριτικό έτος, το ολυμπιακό, κατά το οποίο, με περίπου στάσιμο σε φυσικούς όρους αλλοδαπό τουρισμό, πραγματοποιήθηκε αύξηση του τουριστικού συναλλάγματος κατά 9%. Ασφαλώς, η αύξηση αυτή οπωσδήποτε συνδέεται με την σημαντική αναβάθμιση της περιοχής πρωτευούσης λόγω ολυμπιακών αγώνων, ωστόσο, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι όλες οι μείζονες τουριστικές περιοχές της χώρας, με εξαίρεση τα Ιόνια Νησιά, κινήθηκαν ανοδικά.

Η τουριστική πολιτική στην διαφημιστική της διάσταση περιέλαβε και τον εσωτερικό τουρισμό, με ένα πρωτοφανές για τα ελληνικά πράγματα τηλεοπτικό πρόγραμμα. Αν και δεν υπάρχουν στατιστικά στοιχεία, με βάση τα οποία να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα του εν λόγω προγράμματος, οι πληροφορίες από την ξενοδοχειακή κοινότητα είναι περισσότερο από θετικές. Το πρόγραμμα “Μένουμε Ελλάδα” κρίνεται ότι είχε μεγάλη επιτυχία. Φαίνεται, ότι προκάλεσε ευρύτερη ευαισθητοποίηση και υπέθαλψε τουριστικό ενδιαφέρον με καθαρά εσωτερικό προσανατολισμό, αποτρέποντας τοιουτοτρόπως σημαντικό, ενδεχομένως, τμήμα δυνητικών τουριστών να αναζητήσει αναψυχή στο εξωτερικό.

Για προφανείς λόγους, ο εσωτερικός τουρισμός είναι γενεσιουργός πολύ μικρότερης συγκριτικά προστιθέμενης αξίας. Όταν, όμως, ο εσωτερικός τουρισμός υποκαθίσταται στον εξερχόμενο τουρισμό, το οικονομικό αποτέλεσμα εξισώνεται με εκείνο του αλλοδαπού τουρισμού – αντιστοίχου μεγέθους – διότι αυτό που τελικώς ενδιαφέρει αναπτυξιακά είναι το μέγεθος του εισρέοντος καθαρού τουριστικού συναλλάγματος.



Πατήστε για μεγέθυνση


Πάντως, η ευαισθητοποίηση των κατοίκων της χώρας, ο έντονος, ομολογουμένως, ερεθισμός που προκαλεί το πρόγραμμα “Μένουμε Ελλάδα” έχει θετικό αναπτυξιακό αποτέλεσμα, διότι ικανοποιεί αρκετές διαστάσεις της οικονομικής πολιτικής. Όσο μεγαλύτερο είναι το ποσοστό του πληθυσμού της χώρας που επιλέγει εσωτερικό τουρισμό, τόσο μεγαλύτερο θα είναι, κατ’ αρχήν, το αναπτυξιακό αποτέλεσμα. Ο εσωτερικός τουρισμός, ως δυναμική, αντιμετωπίζει συγκεκριμένους ποσοτικούς περιορισμούς, προσδιοριζόμενους από το μέγεθος του πληθυσμού και το επίπεδο διαβιώσεως αυτού. Ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει όσον αφορά στον αλλοδαπό τουρισμό. Εδώ η δυνητική ζήτηση είναι πρακτικώς άνευ ορίων.

Πρόβλεψη για το Τρέχον Έτος

Στην προηγούμενη έκθεση είχε διατυπωθεί η συντηρητική, πλην αισιόδοξη, πρόβλεψη ότι κατά το τρέχον έτος πιθανότατα ο ρυθμός τουριστικής αναπτύξεως, όπως αυτός αντανακλάται στην επίδοση του αλλοδαπού τουρισμού στην χώρα μας, θα σημείωνε διακριτή επιτάχυνση. Η πρόβλεψη αυτή είχε στηριχθεί σε μια σειρά από ισχυρά θετικά στοιχεία και μια προϋπόθεση: ότι η επαπειλούμενη πανδημία της γρίπης των πτηνών θα προσέκρουε στις σύγχρονες συνθήκες δημόσιας υγείας, οργανώσεως και αλληλεγγύης των κοινωνιών και, τελικώς, θα εκτονώνετο ως πηγή ανησυχίας για τον αλλοδαπό τουρισμό, αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό και για τον εσωτερικό τουρισμό.

Ποσοτικώς, η προηγούμενη πρόβλεψη εμπεριείχε κάποια αοριστία, όσον αφορά στον πιθανό υψηλότερο ρυθμό που θα μπορούσαν να στηρίξουν τα μέχρι τότε γνωστά ή εικαζόμενα γεγονότα και εξελίξεις. Η ισχύς των θετικών παραγόντων που είχαν καταγραφεί φαίνεται να ενδυναμώνεται περαιτέρω.

  1. Η παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη προχωρεί και αφήνει πίσω της την μια έκπληξη μετά την άλλη, απορροφώσα κραδασμούς (τιμή πετρελαίου, τιμές μετάλλων, πληθωριστικές πιέσεις), οι οποίοι σε άλλους καιρούς θα είχαν οδηγήσει σε μη επιθυμητές καταστάσεις.
  2. Στα πλαίσια της παγκόσμιας αναπτύξεως, η βελτίωση των οικονομικών προοπτικών της ευρωζώνης έχουν ιδιαίτερη σημασία για την χώρα μας, αφού η εν λόγω περιοχή είναι η κύρια πηγή προελεύσεως τουριστών για τον ελληνικό προορισμό.
  3. Ιδιαιτέρως αυξημένη εκτιμάται ότι θα είναι η ευμενής επίπτωση από την ασκηθείσα και ασκούμενη προβολή και διαφήμιση της χώρας. Όπως προκύπτει από μελέτη του ΙΤΕΠ, ο κύριος όγκος των επιπτώσεων από μια διαφημιστική προσπάθεια δεν πραγματοποιείται άμεσα.
  4. Η δραστηριοποίηση της τουριστικής πολιτικής σε ευρωπαϊκή περιοχή με μεγάλα αποθέματα μη εισέτι εκδηλωθείσας τουριστικής ζητήσεως, όπως είναι οι χώρες της ΚΑΚ, εκφράζεται η ελπίδα ότι θα αρχίσει να έχει διακριτά αποτελέσματα. Η Τουρκία δέχεται από την περιοχή αυτή αριθμό τουριστών της τάξεως των 3,5 εκατ., έναντι κατά προσέγγιση αριθμού 400.000 που επιλέγουν την Ελλάδα ως προορισμό.
  5. Η σε ευρεία έκταση συγκράτηση των τιμών στα καταλύματα, ανεξάρτητα και πέραν από τις πιθανές δυσμενείς επιπτώσεις στην κερδοφορία, αλλά σε πολλές περιπτώσεις και στην επιβίωση των σχετικών επιχειρήσεων, συμβάλλει στην αντιμετώπιση του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, που προς το παρόν απολαμβάνουν οι μεσογειακοί δολαριακοί προορισμοί, οι οποίοι καθό αναδυόμενοι εκκινούν χωρίς βαρίδια, χωρίς την συσσώρευση προβλημάτων που τρεχόντως ταλανίζουν την Ελλάδα.
  6. Η διαφαινόμενη αναζωογόνηση της αμερικανικής αγοράς ως προελεύσεως, στην έκταση που οι επίσημες εκτιμήσεις θεμελιώνονται σε ρεαλιστικές παραδοχές, θα αποτελέσει κορυφαίο γεγονός για δύο λόγους: Πρώτον, θα σημάνει το τέλος μιας πολύ μακράς περιόδου στασιμότητας και οπισθοδρομήσεως και δεύτερον, θα είναι ιδιαιτέρως επωφελές από απόψεως συναλλαγματικών εισπράξεων.
  7. Τέλος, η απειλή από τυχόντα τρομοκρατικά επεισόδια εμφανίζεται πολύ εξασθενημένη, όπως προκύπτει από την σχετικά πρόσφατη εμπειρία. Όπως προσφυώς επισημαίνει ο ΠΟΤ, ο κίνδυνος από τρομοκρατία έχει εισέλθει πλέον ως κοινό βίωμα στην ψυχολογία του τουρίστα, ο οποίος τον αντιμετωπίζει ως ένα ενδεχόμενο αυτοκινητικό ή άλλο ατύχημα.

Η ανωτέρω συλλογιστική συνοψίζεται σε πρόβλεψη για αύξηση των αφίξεων αλλοδαπών τουριστών με ρυθμό τουλάχιστον 8% και αύξηση του εισρέοντος συναλλάγματος με ακόμη υψηλότερο ρυθμό.

Η ιδιαιτέρως αισιόδοξη αυτή πρόβλεψη υπαγορεύει την ανάγκη διατυπώσεως επισημάνσεων αναφορικώς με την συνέχεια της τουριστικής πολιτικής σ’ όλες τις βασικές αυτές διαστάσεις: βελτίωση της ποιότητας, συνέπεια μεταξύ τιμής και ποιότητας και προβολή και διαφήμιση των δύο πρώτων διαστάσεων. Επιτυχής τουριστική πολιτική και ανάπαυση επί των δαφνών της επιτυχίας αποτελούν έννοιες αντιφατικές. Ο ανταγωνισμός απαιτεί συνεχή επαγρύπνηση, συνεχή βελτίωση της ολικής ποιότητας, συνεχή προσπάθεια μειώσεως του κόστους για δεδομένη ποιότητα και συνεχή και “επαρκούς μεγέθους” προβολή και διαφήμιση. Οι προτιμήσεις των καταναλωτών υπόκεινται σε μεταβολές υπό την επίδραση της ανόδου του βιοτικού επιπέδου, αλλά και κτηθείσας τουριστικής εμπειρίας. Η τουριστική πολιτική οφείλει να προηγείται κατά τινα τρόπο της εμφανίσεως των αλλαγών στις προτιμήσεις και να εναρμονίζεται συνεχώς προς τις ανάγκες που δημιουργεί ο διεθνής ανταγωνισμός, ιδίως σε σχέση με τις ανταγωνίστριες χώρες.

Ελληνική Οικονομία – Τάσεις και Προοπτικές 2005-2006

Κατά το παρελθόν έτος σειρά δυσμενών παραγόντων συνέκλιναν, ώστε να μειωθεί ο ρυθμός αναπτύξεως σε 3,5%. Ο ρυθμός αυτός είναι παρά ταύτα ικανοποιητικός και καθ’ εαυτόν, αλλά και διότι μειώνει περαιτέρω την υστέρηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος στην Ελλάδα έναντι του μέσου όρου των χωρών της ΕΕ. Κύριοι αρνητικής φύσεως παράγοντες ήσαν οι ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις, η αυξητική τάση των οποίων ανεστράφη κατά βίαιο τρόπο για διαφορετικούς λόγους. Εκτιμάται ότι ο ρυθμός των συνολικών παγίων επενδύσεων ήταν αρνητικός (-3,7%), με δεσπόζοντα αρνητικό παράγοντα την αναστροφή του οικοδομικού κύκλου από το τελευταίο τρίμηνο του 2003. Η διατήρηση υψηλού για τα εισοδηματικά δεδομένα ρυθμού αυξήσεως της ιδιωτικής καταναλώσεως, η μείωση του ελλείμματος του εξωτερικού εισοδηματικού ισοζυγίου, αλλά και η από τον Ιούλιο του 2005 ανάκαμψη των ιδιωτικών επενδύσεων σε κατοικίες, απέτρεψε μεγαλύτερη μείωση του ρυθμού αναπτύξεως.

Για το 2006 προβλέπεται σημαντική επιτάχυνση της αναπτύξεως σε 4%, ίσως και περισσότερο, λόγω ισχυρής ανακάμψεως των ιδιωτικών επενδύσεων και των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών. Σημειώνεται, ότι η πρόβλεψη είναι για αύξηση του αλλοδαπού τουρισμού σε όρους συναλλαγματικών εισροών κατά 8-10%. Ο ρυθμός αναπτύξεως, σε πείσμα της δημοσιονομικής πειθαρχίας, είναι πολύ πιθανόν να υπερβεί διακριτά το 4%, αν η δανειακή ενίσχυση της ιδιωτικής καταναλώσεως διατηρήσει τον άλογο χαρακτήρα των παρελθόντων ετών.

Η αναπτυξιακή δυναμική θα διατηρηθεί πιθανότατα και κατά το 2007, ενισχυόμενη από την ανάκαμψη των χωρών προελεύσεως τουριστών και των εισαγωγικών χωρών ελληνικών υλικών προϊόντων. Η επιτάχυνση του ρυθμού αυξήσεως των επενδύσεων λόγω και της ανακάμψεως των δημοσίων επενδύσεων αλλά και ουδετέρας αναπτυξιακώς επιδράσεως της ιδιωτικής καταναλώσεως καθιστούν πολύ πιθανή την επαλήθευση ενός τέτοιου αισιόδοξου αναπτυξιακού σεναρίου. Το 2007, υπενθυμίζεται, ότι θα καταστούν εμφανείς σε κάποιο βαθμό οι θετικές επιπτώσεις από τις ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων οργανισμών και επιχειρήσεων και από την ωρίμανση των πολιτικών δημοσιονομικής εξυγιάνσεως.

Βασική παραδοχή της ανωτέρω προβλέψεως αποτελεί η διαμόρφωση της τιμής του πετρελαίου και των διεθνών εμπορευμάτων σε επίπεδα, τα οποία είναι εφικτό να απορροφηθούν, ως έχει μέχρι τώρα συμβεί.

Από απόψεως πληθωριστικών πιέσεων δεν αναμένεται αξιόλογη βελτίωση, αν και προβλέπεται μικρή αποκλιμάκωση. Το πιθανότερο σενάριο για το 2006 είναι να διατηρηθεί η αύξηση των τιμών καταναλωτή πάνω από 3%.

Η ταχεία αύξηση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, αλλά και η διακριτή απομάκρυνση της οικονομικής συμπεριφοράς των πωλητών από την έννοια της “δικαίας” τιμής, ή άλλως, του λογικού κέρδους, έχει εισαγάγει κάποιου βαθμού ακαμψία στην προς τα κάτω κίνηση των τιμών. Ήδη ο εξαγόμενος μέσω του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών πληθωρισμός δεν επαρκεί για να ελέγξει τις εκ των έσω πηγάζουσες πληθωριστικές πιέσεις, λόγω και της αυτόνομης δράσεως των τιμών των καυσίμων.

Η ελληνική οικονομία έχει καταστεί υπερβαλλόντως, για το επίπεδο αναπτύξεώς της, οικονομία υπηρεσιών. Η παραγωγικότητα στις υπηρεσίες υστερεί σε δυναμική, ενώ το ευεργέτημα της εισαγωγής φθηνών υπηρεσιών σε αντιστοιχία με τα υλικά αγαθά δεν υπάρχει. Επομένως, η συγκράτηση του ρυθμού αυξήσεως των αμοιβών αποτελεί μονόδρομο για την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.

Η επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, ακόμη και αν αφαιρέσομε την επίπτωση των τιμών των καυσίμων, έχει από ετών εξελιχθεί σε παράγοντα μείζονος προβληματισμού για το μέλλον της αναπτύξεως της ελληνικής οικονομίας. Με έλλειμμα 7,9% επί του ΑΕΠ, και άνω του 10% αν αφαιρεθούν οι κοινοτικές εισροές πόρων, η αναπτυξιακή δυναμική είναι πιθανόν να προσκρούσει – σε όχι μακρό από σήμερα χρόνο – σε ανυπέρβλητα εμπόδια. Όπως έχουν εξελιχθεί οι διεθνείς οικονομικές σχέσεις δεν υπάρχουν εναλλακτικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση του σοβαρότατου αυτού προβλήματος. Η οικονομική λογική υποδεικνύει μίαν οδό: την οδό της ανταγωνιστικότητας, της βελτιώσεως της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της εγχώριας παραγωγής. Στο δυσχερές και σύνθετο αυτό ζήτημα οι κλαδικές επιλογές με μεγαλύτερη πιθανότητα επιτυχίας πρέπει να αποτελέσουν ύψιστο μέλημα της οικονομικής πολιτικής, χωρίς δισταγμό και χωρίς απώλεια και άλλου χρόνου.

Παγκόσμια Οικονομία – Επιδόσεις και Προοπτικές 2005-2006

Κατά την τελευταία τριετία, προβλέπεται δε να συνεχισθεί τούτο και κατά την διετία 2006-2007, ο ρυθμός αναπτύξεως της παγκοσμίου οικονομίας διετηρήθη αρκετά υψηλότερα της μακροπροθέσμου τάσεως. Πέντε συναπτά έτη τόσον ισχυράς αναπτύξεως δικαιολογεί την εκτίμηση, ότι η αναπτυξιακή δυναμική της παγκόσμιας οικονομίας έχει μετατεθεί προς τα άνω. Η εξέλιξη αυτή δεν είναι ανεξάρτητη της παγκοσμιοποιήσεως,της διαχύσεως των τεχνολογικών αλλαγών και της επικρατήσεως παγκοσμίως στην οικονομία της λογικής του υποδείγματος της ελεύθερης οικονομίας.

Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του υψηλού ρυθμού αναπτύξεως (εγγύς του 5%), είναι η περιφερειακώς πιο ισορροπημένη κατανομή αυτής. Επιταχύνεται η ανάπτυξη της ιαπωνικής οικονομίας και της Δ. Ευρώπης, ενώ οι περιοχές του κόσμου, που υστερούσαν δραματικά σε ανάπτυξη, όπως η Αφρική και η Λατινική Αμερική, φαίνεται να έχουν τεθεί σε σταθερό και αρκετά ικανοποιητικό ρυθμό αναπτύξεως από 2003 και εντεύθεν. Ειδικότερα, υπογραμμίζεται η αναπτυξιακή επίδοση της νοτίως της Σαχάρας Αφρικής, η οποία είναι η καλύτερη της τελευταίας τριακονταετίας.

Σημαντικό επίτευγμα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας είναι η διατήρηση υπό έλεγχο των πληθωριστικών πιέσεων σε πείσμα όχι μόνο του υψηλού ρυθμού αναπτύξεως της παγκόσμιας οικονομίας αλλά και της ασυνήθως υψηλής και αυξανόμενης τιμής του πετρελαίου. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του IMF, η επίπτωση στον ετήσιο πληθωρισμό των ανεπτυγμένων χωρών ήταν -1/4 της εκατοστιαίας μονάδας ετησίως με ακόμη μεγαλύτερη αρνητική επίπτωση σε περιόδους, κατά τις οποίες η αργούσα παραγωγική δυναμικότητα στις αναδυόμενες οικονομίες ήταν αρκετά υψηλή. Γενικότερα, φαίνεται ότι η παγκοσμιοποίηση κατέστησε τον πληθωρισμό περισσότερο ευαίσθητο σε τυχούσα παρουσία παγκοσμίου χαρακτήρα ανεπάρκειας της παραγωγικής δυναμικότητας, σε σύγκριση με αντίστοιχους περιορισμούς εγχώριου χαρακτήρα. Συναφώς πρέπει να μνημονευθεί και η συγκράτηση των μισθών, ιδιαιτέρως στους κλάδους παραγωγής που είναι εκτεθειμένοι στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, υπό το επίπεδο που θα εδικαιολογείτο από της αύξηση της παραγωγικότητας.

Εκτιμάται μάλιστα ότι η πραγματική, η αληθής επίπτωση της παγκοσμιοποιήσεως ήταν η συμβολή της στην συγκράτηση των μισθών και των τιμών η οποία επέτρεψε στις κεντρικές τράπεζες να πιστωθούν με αξιοπιστία χωρίς να χρειασθεί να ασκήσουν περιοριστική πολιτική σε πολιτικώς ανεπιθύμητα επίπεδα. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι η μειούμενη αργούσα παραγωγική δυναμικότητα σε ανεπτυγμένες κυρίως χώρες, θα μειώσει την δυνατότητα του ανταγωνισμού να επιτυγχάνει συγράτηση μισθών και τιμών και θα αυξάνει την ευθύνη των κεντρικών τραπεζών να ανιχνεύουν εγκαίρως και να λαμβάνουν τα προσήκοντα μέτρα για την αντιμετώπιση τυχουσών πληθωριστικών πιέσεων.

Για την πέραν του 2007 περίοδο διατυπώνονται επιφυλάξεις όσον αφορά στην διατήρηση της ισχύος με την οποία αναπτύσσεται η παγκόσμια οικονομία, με πληθωριστικές πιέσεις υπό έλεγχο και ροή των αποταμιεύσεων διεθνώς ώστε να εξασφαλίζεται η χρηματοδότηση των υπερβαλλουσών επενδύσεων και να διατηρείται ικανοποιητική χρηματοοικονομική ισορροπία στην παγκόσμια οικονομία. Η επιχειρηματολογία διατυπώνεται περίπου ως ακολούθως. Η υπερβάλλουσα παραγωγική δυναμικότητα που δημιουργήθηκε κατά την περίοδο που εκτείνεται από τα τελευταία έτη της δεκαετίας του ’90 μέχρι τα πρώτα έτη της τρέχουσας δεκαετίας, οι υπερβάλλουσες εταιρικές αποταμιεύσεις συνέβαλαν ώστε οι παγκόσμιες αποταμιεύσεις να ωθήσουν σε μείωση τα μακροπρόθεσμα επιτόκια. Η κατανάλωση αυξήθηκε ενισχυθείσα περισσότερο από διασταλτική νομισματική πολιτική, η οποία ηύξησε τις τιμές των κατοικιών και το πλούτο των νοικοκυριών, παρά από βελτίωση των προοπτικών απασχολήσεως. Τώρα, καθώς η υπερβάλλουσα παραγωγική δυναμικότητα περιορίζεται η διασταλτική πολιτική θα περιορίζεται αντιστοίχως στο αναγκαίο επίπεδο, προς διαφύλαξη της νομισματικής σταθερότητος. Παραλλήλως, είναι πολύ πιθανό η μείωση της υπερβάλλουσας παραγωγής δυναμικότητα να ωθήσει σε αύξηση των πραγματικών επενδύσεων. Η εγκατάλειψη της διασταλτικής πολιτικής και η αύξηση των πραγματικών επενδύσεων θα τείνουν να μειώσουν την υπερβάλλουσα εταιρική αποταμίευση και να ωθήσουν σε αύξηση των μακροπροθέσμων επιτοκίων. Η εξέλιξη αυτή θα μειώσει τον ρυθμό αυξήσεως των τιμών των περιουσιακών στοιχείων, και πιθανότατα θα τις μειώσει, ωστόσο, η κατανάλωση θα συνεχίσει να αυξάνεται υποκινούμενη από βελτιωμένες προοπτικές απασχολήσεων.

Μια εξέλιξη, όπως η ανωτέρω, θα ήταν άκρως ευεργετική, εάν πράγματι συντελείτο. Διότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η αύξηση της καταναλώσεως να μειωθεί δραστικά, καθώς η “φούσκα” των ακινήτων εξαερώνεται, γεγονός που αναποφεύκτως θα επηρεάσει δυσμενώς την εμπιστοσύνη και τις επενδυτικές αποφάσεις. Το αποτέλεσμα θα είναι στην περίπτωση αυτή η επέλευση μιας διακριτής μειώσεως του ρυθμού της παγκοσμίου αναπτύξεως, αν και είναι αρκετά αμφίβολο κατά πόσον η αναστροφή θα είναι τόσον μεγάλη ώστε να υπολειφθεί του ρυθμού που διαγράφει η μακροχρόνια τάση.

Αναφορικώς με την περιφεραιακή κατανομή των επί μέρους οικονομικών επιδόσεων σημειώνονται τα ακόλουθα: Ο ρυθμός αναπτύξεως των αναπτυσσομένων χωρών και των χωρών σε μετάβαση εξακολουθεί να είναι κατά μέσο όρο υπερδιπλάσιος εκείνου των ανεπτυγμένων, καθ’ ον χρόνο ο παγκόσμιος ρυθμός από το 2004 και έντευθεν κινήθηκε και προβλέπεται μέχρι και το 2007 να κινηθεί σε επίπεδο εγγύς του 5%. Για τις ανεπτυγμένες οικονομίες το διάστημα διακυμάνσεως του ρυθμού αναπτύξεως για την περίοδο 2004-2007 είναι μεταξύ 2,7% το 2005 και 3,3% το 2004, με τον παγκόσμιο ρυθμό να κυμαίνεται μεταξύ 4,7% (2007) και 5,3% το 2004. Η οικονομία των ΗΠΑ διακρίνεται για τον σχετικώς υψηλότερο (με εξαίρεση τις νεοβιομηχανικές χώρες της Ασίας) ρυθμό αναπτύξεως (3,3% - 4,2%) και η ευρωζώνη με τον χαμηλότερο (1,3% - 2,1%). Ευχάριστη έκπληξη απετέλεσε η ανάκαμψη της Ιαπωνίας, όπου από -0,3% το 2002, ο ρυθμός τρεχόντως κυμαίνεται στο διάστημα 2,1% (2007, πρόβλεψη) και 2,8% (2006).

Η αναπτυσσόμενη Ασία διατηρεί καθ’ όλη την πενταετή περίοδο 2002-2007 τα σκήπτρα της αναπτυξιακής δυναμικής, με ρυθμό κυμαινόμενο από 6,6% το 2002 μέχρι 8,8% το 2004, με αιχμή την κινεζική οικονομία, η οποία με ρυθμό πολύ άνω του 9% διανύει φάση συνεχών εκπλήξεων. Ευχάριστη εξέλιξη αποτελεί η δυναμική που φαίνεται να διαμορφώνεται στην αφρικανική ήπειρο με αιχμή τις κάτω της Σαχάρας πετρελαιοπαραγωγές χώρες, αλλά και η Λ. Αμερική, που έχει πλέον αποκολληθεί από τους πολύ χαμηλούς μέχρι και μηδενικούς ρυθμούς αναπτύξεως.

Οι χώρες σε μετάβαση λειτουργούν σε σύνολο ως δύο διαφορετικές οντότητες, με την ΚΑΚ να αναπτύσσεται με ρυθμό κατά 30-40% υψηλότερο εκείνου των χωρών της Ανατ. Ευρώπης. Ωστόσο, προκαλεί εντύπωση, ότι τόσον η Ρωσία όσον και οι λοιπές χώρες της ΚΑΚ πραγματοποιούν σημαντική αναπτυξιακή επιβράδυνση κατά την τριετία 2005-2007, από περίπου 8% το 2003-2004 σε 6,1%-6,5% την τριετία 2005-2007 παρά τις απολαμβανόμενες ασυνήθως υψηλές τιμές πετρελαίου, χαρακτηριστικό που διαμοιράζονται με τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες της Μ. Ανατολής.

Είναι αξιοσημείωτο και χρήζει επισημάνσεως η με συνέπεια ασκούμενη αυστηρή δημοσιονομική πολιτική από τις αναπτυσσόμενες και αναδυόμενες χώρες. Σ’ όλες τις περιοχές, Αφρική, Ασία, Λατινική Αμερική, ΚΑΚ, Μ. Ανατολή, τα δημοσιονομικά αποτελέσματα των Κεντρικών Κυβερνήσεων είναι υπέρτερα εκείνων των ανεπτυγμένων οικονομιών. Τα ελλείμματα, όπου υπάρχουν, είναι μικρότερα, ενώ τα πλεονάσματα διογκώθηκαν σημαντικά από το 2004 και εντεύθεν, με πρόβλεψη διατηρήσεως μέχρι και το 2007.

Παρά τη δημοσιονομική πειθαρχία που καταγράφουν οι στατιστικές για τον αναπτυσσόμενο κόσμο, οι πληθωριστικές πιέσεις, ναι μεν βαίνουν εξασθενούμενες, με διαφορετικούς ρυθμούς ανά περιοχή, παραμένουν, ωστόσο, σε σχετικώς υψηλά εισέτι επίπεδα. Έναντι ρυθμού πληθωρισμού των ανεπτυγμένων κυμαινόμενου μεταξύ 2,0% - 2,3% την περίοδο 2004-2007, οι ρυθμοί για τον αναπτυσσόμενο κόσμο κυμαίνονται σε ευρεία κλίμακα από 3,5% για την Ασία σε 12,3% (2005) για την ΚΑΚ, όπου και ενδημούν ισχυρές αντιπληθωριστικές πιέσεις επί πολλά έτη, με τάσεις βραδύτατης ανακάμψεως. Ακολουθούν Αφρική και Μ. Ανατολή, με ρυθμούς της τάξεως του 8 – 9%. Εντύπωση προκαλεί η εμμονή σε υψηλούς, και μάλιστα οριακά αυξανόμενους, ρυθμούς πληθωρισμού σε πείσμα του ευεργετήματος που απολαμβάνουν από την πετρελαϊκή κρίση των τελευταίων χρόνων. Σε γενικές γραμμές, είναι δίκαιο να λεχθεί ότι – σε αντίθεση με την πραγματική σύγκλιση των επιπέδων ευημερίας που αναμφισβήτητα συντελείται, καθώς και στις πολιτικές δημοσιονομικής πειθαρχίας και συγκρατήσεως των μισθών που με συνέπεια εφαρμόζονται καθ’ όσον αφορά στις πληθωριστικές πιέσεις – η παρατηρούμενη κατά τα τελευταία έτη πρόοδος είναι κατώτερη του προσδοκώμενου.

Παρόμοιο πρότυπο προς το δημοσιονομικό αναδύεται και από τα στοιχεία των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών. Οι ανεπτυγμένες χώρες, ως σύνολο, είναι ελλειμματικές (άνω του 1,5% επί του ΑΕΠ) – παρά τα σημαντικά πλεονάσματα που πραγματοποιούν οι νεοβιομηχανικές χώρες της Ασίας, η Γερμανία και η Ιαπωνία – σε αντίθεση με τις αναπτυσσόμενες, οι οποίες είναι πλεονασματικές ως σύνολο. Ιδιαιτέρως υψηλά πλεονάσματα επιτυγχάνουν η Μ. Ανατολή (της τάξεως του 20%), η ΚΑΚ, λόγω Ρωσίας, και η Ασία, λόγω της υψηλής εξαγωγικής επιδόσεως της Κίνας. Το έλλειμμα των ανεπτυγμένων οικονομιών, το οποίο για τις μείζονες ανεπτυγμένες ανέρχεται στο 2,5% του ΑΕΠ, οφείλεται σε υψηλό βαθμό στο πολύ υψηλό έλλειμμα των ΗΠΑ (6,5% επί του ΑΕΠ). Οι ανισορροπίες στα συναλλαγματικά ισοζύγια, αποτελούν σημαντικό θέμα προς διευθέτηση, με συνεργασία και κατανόηση, ώστε να αποφευχθεί η ανάπτυξη τάσεων προστατευτισμού, γεγονός που θα αποτελούσε οπισθοδρόμηση. Η εξισορρόπηση των διεθνών συναλλαγών θα απαιτήσει όχι μόνο πολιτικές επηρεασμού της ζητήσεως, αλλά και προσαρμογής των συναλλαγματικών ισοτιμιών προς την κατεύθυνση αμβλύνσεως των διεθνών ανισορροπιών. Σημαντική υποτίμηση του δολαρίου και αύξηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας των νομισμάτων των χωρών με πλεονασματικά ισοζύγια, θα εξομάλυνε, αποτελεσματικά ίσως, τις οικονομικές εξελίξεις.

Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε φάση ισχυρής αναπτυξιακής δυναμικής, με πρωτοστατούσα την αναπτυσσόμενη Ασία και γενικότερα τον αναπτυσσόμενο κόσμο, όπου οι ρυθμοί αναπτύξεως είναι υπερδιπλάσιοι των ρυθμών των ανεπτυγμένων οικονομιών, με την πολυάνθρωπη Κίνα να πραγματοποιεί τριπλάσιο ρυθμό.

Είναι εντυπωσιακή η ανθεκτικότητα του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος απέναντι σε παράγοντες, η ύπαρξη των οποίων σε άλλες εποχές θα προκαλούσε σοβαρές αναταράξεις με έντονες αρνητικές επιπτώσεις στη νομισματική σταθερότητα. Η δημοσιονομική πειθαρχία και η συγκράτηση του μισθολογικού κόστους – σε γενικούς όρους – αποτελεί ομοίως χαρακτηριστικό της σύγχρονης λειτουργίας του οικονομικού συστήματος και συνδέεται, βεβαίως, με την ανάγκη δημιουργίας διεθνώς ανταγωνιστικής παραγωγής, ενόψει της σε μεγάλο βαθμό απελευθερώσεως του διεθνούς εμπορίου.

Ωστόσο, υπάρχουν κίνδυνοι και αβεβαιότητες, οι οποίες είναι πιθανόν να εξελιχθούν κατά τρόπο βλαπτικό για την ανάπτυξη. Τιμές καυσίμων, αύξηση επιτοκίων, φούσκα ακινήτων και έντονες συναλλαγματικές ανισορροπίες είναι παράγοντες που ενδέχεται να απειλήσουν επαλήθευση των αισιόδοξων προβλέψεων. Υπάρχουν, όμως, και ανασχετικές-εξισορροπητικές δυνάμεις με επίκεντρο τις μεγάλες και ανταγωνιστικές διεθνώς οικονομίες της Ιαπωνίας και Γερμανίας, όπου η ανάκαμψη της εσωτερικής καταναλωτικής ζητήσεως είναι ικανή να αντισταθμίσει σε υψηλό βαθμό τους αναφερθέντες κινδύνους. Μεγαλύτερη, όμως, εξισορροπητική δύναμη εξακολουθεί να είναι ο συντονισμός των οικονομικών πολιτικών με κατανόηση και αλληλεγγύη, ώστε να ανακοπεί η υφέρπουσα νέο-προστατευτική τάση, η οποία είναι περισσότερο ευκρινής στην περίπτωση των ΗΠΑ.

Στους σταθεροποιητικούς παράγοντες πρέπει να ενταχθεί και η αναπτυξιακή δυναμική του αναπτυσσόμενου κόσμου, η οποία έχει εξελιχθεί σε αυτόνομη δύναμη επηρεασμού των παγκόσμιων πολιτικών εξελίξεων. Είναι χαρακτηριστικό, εν προκειμένω, ότι μεταξύ 1996 και 2006 το μερίδιο των αναπτυσσομένων χωρών στο παγκόσμιο προϊόν αυξήθηκε – με βάση τις συναλλαγματικές ισοτιμίες – από 43,4% σε 48% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Σε όρους, όμως, αγοραστικών δυνάμεων, η σχέση έχει πλήρως αναστραφεί, με πλήρως διακριτή την ποσοτική, σε απόλυτους όρους, υπεροχή αναπτυσσόμενων και σε μετάβαση χωρών.

Share |
Σχολίασε κι εσύ...












* Τα πεδία με "*" είναι υποχρεωτικά.
* Δεν επιτρέπεται κώδικας HTML.
* Το Email και το Τηλέφωνό σας δεν θα εμφανίζονται.
Ads by TDN

Μικρά & Ενδιαφέροντα

Παρουσιάσεις Εταιριών

Παρουσιάσεις Προϊόντων

Οι αναγνώστες μας στο Facebook

Αγγελίες

Μια Φωτογραφία μιλάει

Συνέδρια - Ημερίδες - Εκθέσεις

Φωτορεπορτάζ

Οι αναζητήσεις του Μορφέα

Ημερολόγιο Τουριστικών Εκθέσεων

↑ top