Ροή Ειδήσεων:

Smaller text size Larger text size

Ταξιδιώτες στην αστική ζούγκλα της Αθήνας

Στέλιος Βαρβαρέσος - 23 Ιούνιος 2021, 12:00

Μπορούμε να γίνουμε ταξιδιώτες στην ίδια μας την πόλη. Μπορούμε να μειώσουμε το χρόνο που καταναλώνουμε σε Η/Υ, τηλεοράσεις, κινητά... και να ξαναδώσουμε στη φαντασία και στην αναζήτηση, στις ζωντανές επαφές με τους ανθρώπους, τη θέση που τους αρμόζει ταξιδεύοντας στην αστική ζούγκλα της Αθήνας που κουβαλάει συναρπαστικές μνήμες και όπου η περιπέτεια ίσως να καραδοκεί στην επόμενη γωνιά. Ας μάθουμε να "βλέπουμε" το τι υπάρχει γύρω μας και όχι απλά να "κοιτάζουμε".


Κάποια στιγμή η πανδημία θα ανήκει στο παρελθόν, και το κέντρο της Αθήνας θα ανοίξει και πάλι για να υποδεχτεί τους κατοίκους της πόλης αλλά και τους επισκέπτες. Κάθε κρίση ωστόσο, όπως και η προηγούμενη, κουβαλάει μαζί και τις επιπτώσεις της, που φαίνεται ότι θα είναι μακροχρόνιες και σοβαρές και φυσικά θα επηρεάσουν τις μετακινήσεις των κατοίκων της πόλης για ταξίδια και διακοπές. Τα ταξίδια που δεν θα έχουν κόστος, είναι εκείνα που μπορεί να πραγματοποιηθούν στο εσωτερικό της ίδιας της πόλης. Όλοι μας μπορούμε να γίνουμε ταξιδιώτες στην πόλη που κατοικούμε.

Ένα πλήθος από σύμβολα, αποκαλύπτουν και αναδεικνύουν την κάθε πόλη. Μνήμες, μνημεία, μουσεία, εκκλησίες, παλιά και νέα κτήρια, συνοικίες, πλατείες, πάρκα, αγορές, αρχαιολογικοί και ιστορικοί χώροι… σύμβολα της μοντέρνας πόλης, συστατικά ενός διαφορετικού ταξιδιού στα ενδότερα της πόλης, εξάπτουν την φαντασία αυτού του ιδιαίτερου ταξιδιώτη, διεγείρουν τον θαυμασμό του αλλά και τη θλίψη του, όταν παρουσιάζουν δείγματα παρακμής.

Σύμφωνα με τον Μ. Καραγάτση* (“Ταξιδιωτικές εντυπώσεις”) η αποκάλυψη της πόλης απαιτεί βραδύτητα κινήσεων, ερευνητικό και ανήσυχο πνεύμα, φαντασία, το άλλο βλέμμα παρατήρησης ενός κόσμου φανερού και ταυτόχρονα κρυφού: “Για να καταλάβεις την Πόλη πρέπει να περπατήσεις. Όχι τραμ. Όχι ταξί. Οι ομορφιές της Πόλης (αναφέρεται στην Κωνσταντινούπολη) δεν είναι φανερές στα μάτια του βιαστικού διαβάτη. Δε βρίσκονται πάντοτε στην οριζόντια προέκταση της οπτικής ακτίνας. Δε μιλάν. Δε φωνάζουν “Εδώ είμαι. Στάσου να με δεις”. Όχι. Οι ομορφιές της πόλης είναι διακριτικές, κρυμμένες στα πιο απίθανα μέρη, πονηρότατα ντυμένες πολλές φορές με τα κουρέλια της ασκήμιας και της αθλιότητας. Πρέπει λοιπόν να περπατήσεις, να περπατήσεις. Το μάτι σου πρέπει να είναι ερευνητικό, ανήσυχο. Η νοημοσύνη σου ακονισμένη σαν ξυράφι. Η ψυχή σου σε συναγερμό. Η ευαισθησία σου να δονείται. Οι ιστορικές σου γνώσεις σε επιφυλακή, να εξάπτουν την φαντασία σου. Και να περπατάς. Να περπατάς ώσπου να μη νιώθεις τα πόδια σου από την κούραση. Ωσότου η ψυχή σου κορεσθεί από εικόνες, το μυαλό σου από στοχασμούς”.


Σιδηροδρομικός Σταθμός Πελοποννήσου.

Κατά βάθος ο Καραγάτσης αναφερόμενος στον ταξιδιώτη της πόλης, κάπου στην άκρη του μυαλού του έχει τον flâneur*, που είναι δημιούργημα της “κίνησης και της ανακάλυψης”. Κύριο χαρακτηριστικό αυτού του ιδιαίτερου ταξιδιώτη, είναι ότι εδώ απουσιάζουν οι δυο βασικοί παράγοντες που εμποδίζουν πάρα πολλούς ανθρώπους να ταξιδέψουν: “ο χρόνος και το χρήμα”. Το ταξίδι στο εσωτερικό μιας πόλης απαιτεί μόνο “διάθεση, ερευνητικά μάτια, ευαισθησίες, περιέργεια, ξεκούραστα πόδια και ένα ζευγάρι άνετα παπούτσια”.

O flâneur
Σε όλον τον κόσμο, στις μεγαλουπόλεις, έχει δημιουργηθεί τις τελευταίες δεκαετίες μια τάση, ένα κίνημα, των flâneurs, που βαίνει αυξανόμενο. Η έννοια “flâneur” σημαίνει “ο περιπλανώμενος στο εσωτερικό μιας πόλης, ο παθιασμένος παρατηρητής”. Είναι μια λέξη που μιλά για ένα μυστικό ταξίδι στις πόλεις, όπου ο flâneur περιδιαβαίνοντας συνοικίες και γειτονιές παρατηρεί τους πάντες και τα πάντα, παραμένοντας ωστόσο κρυμμένος από όλους.

Ο flâneur εμφανίζεται αρχικά στη Νορμανδία και στη συνέχεια στο Παρίσι και γίνεται εμβληματική φιγούρα κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα. Κλασσική περίπτωση flâneur ήταν ο Γάλλος ποιητής Μπωντλαίρ*, για τον οποίο το άσκοπο ταξίδι στο αστικό τοπίο του Παρισιού, ήταν μια παθητική υποταγή στην τυχαία εναλλαγή των αναρίθμητων, γεμάτων εκπλήξεων δρόμων. Για τον flâneur ο Μπωντλαίρ έγραψε: “Το πλήθος είναι το πεδίο ορισμού του, όπως για το πουλί είναι ο αέρας και για το ψάρι το νερό. Το πάθος και το πιστεύω του είναι να νυμφευθεί το πλήθος”. Βασικά δεν πρόκειται για έναν τουρίστα που τρέχει να επισκεφθεί όλα τα σημαντικά αξιοθέατα
μιας πόλης, αλλά για κάποιον που αναζητά μια προσωπική στιγμή, την εμπειρία. Συνήθως οι περιπλανήσεις ενός flâneur μπορεί να είναι άσκοπες, μυστικές, αόρατες για τους άλλους, και μεταμορφώνουν το άτομο σε ένα ταξιδιώτη που αναζητά ίχνη από το παρελθόν για να πλάσει μια ιστορία ή και τίποτα. Ωστόσο, το αστικό τοπίο στα μάτια του flâneur, απογυμνώνεται και γίνεται συχνά πεδίο ράθυμου στοχασμού αλλά και απρόβλεπτων συγκινήσεων.

Χιλιάδες μοναχικοί ταξιδιώτες επιχειρούν καθημερινά στο Παρίσι* να αναζητήσουν, στο χάος του αστικού τοπίου, τα ίχνη του Πικάσο, του Μπρακ, του Νταλί, του Ματίς, του Μπρετόν, του Ελυάρ, του ντε Κίρικο, του Τανγκί, του Μασόν, του Έρνστ, του Τζόυς, της Γετρούδη Στάιν…χαράσσοντας κρυφές ταξιδιωτικές διαδρομές.

Παράδειγμα αστικού ταξιδιού αποτελεί η διαδρομή που έκανε καθημερινά ο Χεμινγουέι* από την πρώτη του κατοικία στην πλατεία Κοντεσκάρπ έως τα καφέ Ντομ ή Κλοζερί ντε Λιλά: πλατεία Κοντεσκάρπ, οδός Γκαρντινάλ Λεμουάν, όχθες του Σηκουάνα, οδός Μποζ Αρτς, καφέ ντε Μαγκό και καφέ ντε Φλορ, οδός Νοτρ Νταμ ντε Σαν, κήποι του Λουξεμβούργου, οδός Οντεόν, βιβλιοπωλείο Σαίξπηρ και Κόμπανι, καφέ Ντομ και Κλοζερί ντε Λιλά. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τους ταξιδιώτες που ακολουθούν τα ίχνη του Χεμινγουαίη στην Αβάνα της Κούβας(1932-1960): Άμπος Μούντος, Λα Φλοριδίτα, Λα Μποντεγκίτα ντελ Μέδιο, Φίνκα λα Βίχια...

Όμως όλα αυτά δεν έχουν να κάνουν μόνο με την “κίνηση και την ανακάλυψη”, αλλά και με την “αισθητική” του αστικού τοπίου.


Πολυτεχνείο.

Αισθητική
Η αισθητική παράγεται από την αίσθηση, την εμπειρία που προσλαμβάνουμε μέσω των αισθήσεων. Η αισθητική περιλαμβάνει την ομορφιά, την καλαισθησία, το ωραίο, την υψηλή τέχνη... τον πολιτισμό. Πολλές πόλεις στον κόσμο βλέπουν στην αισθητική έναν παράγοντα ποιοτικής διαφοροποίησης και συγκριτικού πλεονεκτήματος, αλλά και βελτίωσης της ποιότητας της ζωής των κατοίκων τους.

Ο Άγγλος Τζων Ράσκιν* (1856) με αφετηρία την ομορφιά και πως μπορεί κανείς να την κάνει δική του, κατέληξε μεταξύ άλλων σε δυο βασικές διαπιστώσεις:

Α) Πρώτον το ωραίο είναι αποτέλεσμα πληθώρας περίπλοκων παραγόντων που επιδρούν στον νου, όχι μόνο οπτικά αλλά και ψυχικά.
Β) Δεύτερον ότι ο άνθρωπος τείνει εκ φύσεως στο ωραίο και προσπαθεί να το ιδιοποιηθεί.



Ομορφιά και ασχήμια συμπλέουν σε κάθε μεγαλούπολη. Η ομορφιά έλκει ενώ η ασχήμια απωθεί, αν και όπως φανερώνει η πραγματικότητα και οι δύο έννοιες καλύπτονται από ένα πέπλο σχετικότητας εφόσον το άτομο ως καταναλωτής εικόνων, αγαθών και υπηρεσιών, θα πρέπει να μπορεί να “βλέπει” και όχι απλά να “κοιτάζει”. Ομορφιά, ασχήμια, “βλέπω” και “κοιτάζω” μπορεί να οδηγήσουν σε μια διαφορετική ιεράρχηση των πόλεων.

Αθήνα
Σε πολλούς αρέσει το κέντρο της Αθήνας και τα χρόνια της οικονομικής κρίσης έγινε μόδα για μια μεγάλη γκάμα ηλικιών να συχνάζουν σε καφέ, μπαρ και εστιατόρια, ενώ αυξήθηκε και ο αριθμός των κλινών στα τουριστικά καταλύματα. Το ερώτημα που διατυπώνεται είναι: “η μόδα ή η συνήθεια αρκούν ώστε ένα κέντρο πόλης να είναι ελκυστικό;”

Στην περίπτωση της Αθήνας ωστόσο τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Εδώ, σε αυτήν την πόλη, μαζί με το καινούργιο συνυπάρχει η εικόνα της αρχαίας Ελλάδας, ο Περικλής, ο Πλάτων, οι τραγικοί, τα πουλιά του Απελλή, το ελληνικό μέτρο και οι ελληνικές αναλογίες, ο μελανός κόσμος των μύθων.

Για να βρει κάποιος κάτι από όλα αυτά, από όσα μπορεί να αγαπήσει, θα πρέπει να τα αναζητήσει επίμονα γιατί αυτή την πόλη την σκεπάζει ένα εξωτερικό στρώμα, παχύ και ανθεκτικό, και ο κάθε ταξιδιώτης θα πρέπει να ξεσκάψει μόνος του τους θαμμένους θησαυρούς. Μολονότι φασαριόζικη η Αθήνα είναι σιωπηλή και επίμονη και απαιτεί από τον κάθε ταξιδιώτη να λύσει το μυστήριό της.

Το 1934, όταν ο Ζαν Κοκτώ* πέρασε από την Αθήνα, κάνοντας τον γύρο του κόσμου, (“Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες”), αντικρίζοντας από μακριά τον Παρθενώνα, μέσα σε ένα σαραβαλιασμένο λεωφορείο που έκανε τη διαδρομή Πειραιά - Αθήνα, περιμένει από τους επιβάτες μια συλλογική έκρηξη θαυμασμού για το μνημείο και όχι μια γενικευμένη απάθεια που ακυρώνει την ύπαρξή του. Τότε αναρωτήθηκε γιατί οι Αθηναίοι δεν κοιτούσαν την Ακρόπολη, ενώ δίπλα του στο λεωφορείο, κάποιοι νεαροί Έλληνες έκαναν καμάκι σε μια νεαρή δακτυλογράφο, μασουλώντας σπόρια και φτύνοντάς τα προκλητικά. “Γιατί όλοι αυτοί οι άνθρωποι μένουν ατάραχοι; Γιατί μένουν καθισμένοι; Γιατί δεν σηκώνονται όρθιοι, γιατί δεν αναφωνούν, θάλαττα, θάλαττα, όπως έκαναν οι πρόγονοί τους;” αναρωτιέται!

Αλλά και σήμερα το ερώτημα παραμένει το ίδιο για όλους μας: “Πόσες φορές σηκώνουμε το κεφάλι μας για να θαυμάσουμε την Ακρόπολη;”, όπως θα περίμενε ο Κοκτώ; Πόσες φορές, περπατώντας στην πόλη επιχειρούμε να “δούμε” (όχι απλά να “κοιτάξουμε”) τι μας περιβάλλει, όπως επιβάλλεται από το “ηθικό καθήκον” των κατοίκων προς την πόλη αλλά και το αντίθετο; Ή πόσες φορές αδιάφοροι και απαθείς, τυφλοί στην ασχήμια και την εγκατάλειψη, συνεχίζουμε το δρόμο μας σαν να μην τρέχει τίποτα; Πόσες φορές δεν βλέπουμε άτομα διαφόρων ηλικιών, βυθισμένα στην οθόνη του κινητού τους, να περνούν δίπλα από τα ελάχιστα καλαίσθητα σημεία της Αθήνας και να μην τους ρίχνουν ούτε μια ματιά, σαν να μην υπάρχουν, εξομοιώνοντάς τα με άλλα άνευ σημασίας και οδηγώντας τα στην ανυπαρξία, στη λήθη; Πόσα αριστουργήματα του παρελθόντος υπάρχουν μόνο όταν αποτελούν μέρος κάποιας selfie; Πόσες φορές το “ωραίο” εξομοιώνεται με την ασχήμια όταν απλά “κοιτάζουμε”, όταν δεν “βλέπουμε”; Αλήθεια εάν η αισθητική της πόλης αποτελεί δείγμα πολιτισμού, αλλά και οικονομικής ανάπτυξης, σε τι βαθμό ενδιαφέρει άραγε όλους όσους την κατοικούν; Το βέβαιο είναι ότι όλα αυτά αποτελούν υποχρεώσεις ενός ενεργού πολίτη.


Το καμμένο κτιριακό συγκρότημα (κιν/φοι “Απόλλων” και “Αττικόν”)

Ίσως πάνω σε αυτό που ονομάζεται αισθητική μιας πόλης, που πολλοί αποζητούμε, χαράσσοντας φανερές ή κρυφές διαδρομές στον πολεοδομικό της ιστό, οφείλει τη δημιουργία του ο flâneur. Ίσως και για αυτό να ευδοκίμησε στο Παρίσι. Αλλά ο flâneur δεν είναι ο περαστικός επισκέπτης, αλλά ο ίδιος ο κάτοικος της πόλης, το άτομο που ζητά να την ανακαλύψει. Είναι ένας από εμάς. Και στην Αθήνα υπάρχουν πολλά τέτοια σημεία που μπορούν να προσφέρουν στους εν δυνάμει flâneurs πολλές εμπειρίες και προσωπικές στιγμές, καλυμμένες ωστόσο κάτω από ένα πέπλο υποκειμενικότητας.

Η Αθήνα με την ματιά των άλλων
Ενδιαφέρον είναι να δούμε και το πως βλέπουν την Αθήνα, έμπειροι ταξιδιώτες και συγγραφείς, που έχουν το προνόμιο να έχουν ταξιδέψει σε πολλές μεγαλουπόλεις του πλανήτη. Ο Πολ Θέροου*, Άγγλος ταξιδιωτικός συγγραφέας, στο βιβλίο του “Οι στήλες του Ηρακλή” (2007), επισκεπτόμενος την Αθήνα διακρίνει μέσα από το “εκπαιδευμένο” βλέμμα του ταξιδιώτη την συνύπαρξη ομορφιάς και ασχήμιας. “Ο Παρθενώνας λευκός λες και έχει φτιαχτεί από ορυκτό αλάτι, λαμπερός και κομψός, δεσπόζει πάνω από την άχαρη πόλη με τους μποτιλιαρισμένους δρόμους και τα κακόγουστα κτίρια”.

Κατά τον Θέροου, η αισθητική μιας πόλης μπορεί να οδηγήσει σε ένα μετρήσιμο μέγεθος, το οποίο είναι ο απαιτούμενος χρόνος που χρειάζεται ο επισκέπτης για να μείνει και να δει την πόλη, άσχετα με τον αριθμό των επισκεπτών και αποτελεί ένα χρήσιμο κριτήριο αξιολόγησής της. “Εκτός από τα αρχαία μνημεία που έχουν απομείνει και τους θησαυρούς που βρίσκονται συγκεντρωμένοι στα μουσεία, η Αθήνα θα πρέπει να είναι μια από τις πιο άσχημες πόλεις στον κόσμο, τόσο άσχημη και διαταραγμένη που θα μπορούσε να είναι κατάλληλη τοποθεσία για να γυριστεί ένα επεισόδιο της σειράς “Η καρδιά του σκότους”, με τίτλο “Η Αθήνα τώρα...”. “Η Αθήνα είναι μια πόλη των τεσσάρων ωρών” (Θέροου), είπε ένας από τους επισκέπτες του κρουαζιερόπλοιου, εννοώντας πως τόσο ακριβώς χρόνο χρειαζόσουν για να μείνεις σ’αυτήν και να την δεις ολόκληρη.

Και εάν ο Θέροου βλέπει στην Αθήνα το ιδανικό σκηνικό για το γύρισμα της σειράς “Η καρδιά του σκότους”, πριν την έλευση της κρίσης, τι θα έγραφε σήμερα για το κέντρο της πόλης; Εάν εξαιρέσουμε την περιμετρική ζώνη της Ακρόπολης, έναν θύλακα για τους κατοίκους της πόλης και τους επισκέπτες, ή καλύτερα το τρίγωνο Σύνταγμα, Μουσείο Ακρόπολης, Θησείο, τι γίνεται με τη Σταδίου, την Πανεπιστημίου, την Ομόνοια, τα Εξάρχεια, την Κυψέλη, κ.λπ.; Ποια είναι η αισθητική του κέντρου με τα ερείπια του “Αττικό και του Απόλλωνα” να στοιχειώνουν ακόμα την Σταδίου μαζί με το ερειπωμένο, εδώ και δεκαετίες, κτίριο γωνία Αμερικής και Σταδίου, τα συνθήματα της τελευταίας δεκαπενταετίας με μαύρο σπρέι να εξαφανίζουν τοίχους και προσόψεις των κτιρίων, νεοκλασικών και μη, οι αφίσες πολιτικών κομμάτων και εκδηλώσεων, τα άπειρα “ενοικιαστήρια”, τα αυτοκόλλητα από φροντιστήρια, μπογιατζήδες, ηλεκτρολόγους, υδραυλικούς, κομμώτριες κ.λπ. σε τοίχους, κολώνες, τζαμαρίες, στάσεις λεωφορείων, να
συμπληρώνουν την ασχήμια, τα διαλυμένα πεζοδρόμια, οι πεζόδρομοι που έχουν μετατραπεί σε αρτηρίες διέλευσης τροχοφόρων και πάρκινγκ, οι χώροι πρασίνου και τα λουλούδια που λείπουν, τα πανέμορφα ερειπωμένα νεοκλασικά που είναι έτοιμα να καταρρεύσουν, τα πανέμορφα κτίρια του “Πολυτεχνείου” και του “Σιδηροδρομικού Σταθμού Πελοποννήσου” που μοιάζουν με εγκαταλειμμένη αποθήκη, το εγκαταλειμμένο κτίριο στο νότιο άκρο του περιβόλου του νέου μουσείου της Ακρόπολης, που ασχημαίνει τη γενικότερη εικόνα και δημιουργεί πολύ αρνητικές εντυπώσεις σε Έλληνες και ξένους (αυτή την ελληνική παραδοξότητα ποτέ δεν μπόρεσαν να καταλάβουν οι ξένοι φίλοι μου), το γεμάτο γκράφιτι πέτρινο κτίριο του “Πολιτιστικού Κέντρου Μελίνα”, το επί πολλά έτη κλειστό με συρματοπλέγματα και αναξιοποίητο κτίριο του “Εθνικού Τυπογραφείου” που μοιάζει με φάντασμα στο βάθος της κεντρικής, έρημης και κακοποιημένης πλατείας Δικαιοσύνης (Σανταρόζα), τους βανδαλισμένους συρμούς του ηλεκτρικού σιδηρόδρομου, μέσα και έξω (σιγά σιγά οι βανδαλισμοί επεκτείνονται και στο μετρό), κ.λπ. Θέματα αισθητικής που άλλες πόλεις έχουν λύσει εδώ και δεκαετίες, εδώ απλά παραμένουν ως άλυτα προβλήματα και αυξάνονται συσσωρεύοντας ακόμα μεγαλύτερη ασχήμια για την πόλη (τους τελευταίους μήνες περιπλανώμενος στην πόλη, βλέπω ότι γίνεται μια προσπάθεια ευπρεπισμού, τουλάχιστον στα κεντρικά σημεία).



Πολλοί από τους Έλληνες που ταξιδεύουν σε πόλεις του εξωτερικού -ο αριθμός τους αυξάνει διαρκώς- δεν αιτιολογούν το ταξίδι τους με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου, αλλά με την ανάγκη αναζήτησης αισθητικής, την ανάγκη να δουν όμορφες πόλεις, καθαρούς τοίχους, καλαίσθητα κτίρια, καλοφτιαγμένα πεζοδρόμια, λουλούδια σε πάρκα και δρόμους... να νιώσουν μέρος της αισθητικής της πόλης.

Θα ήταν άδικο να συγκρίνουμε το κέντρο της Αθήνας με ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπου η αισθητική αποτελεί κύριο στοιχείο τους. Θα ήταν άδικο επίσης να τη συγκρίνουμε με πόλεις με σύγχρονα αρχιτεκτονικά επιτεύγματα (Πεκίνο, Σαγκάη, Ντουμπάι, Ντόχα κ.λπ.). Εξάλλου, όλες οι αξιόλογες μεγαλουπόλεις του πλανήτη έχουν μετατραπεί τις τελευταίες δεκαετίες σε ένα διαρκές εργοτάξιο που δεν σταματά ποτέ, με βασικό κριτήριο την αισθητική τους ανάδειξη.

Ωστόσο, ταξιδεύοντας σε πόλεις λιγότερο οικονομικά ανεπτυγμένων χωρών από την Ελλάδα και παρατηρώντας το τι συμβαίνει γύρω μου, διαπίστωνα διαρκώς ότι μια σειρά απλών παρεμβάσεων έκανε τη ζωή των κατοίκων τους, αλλά και των επισκεπτών καλύτερη, βελτιώνοντας την αισθητική τους.

Α) Στην Ρανγκούν (Μιανμάρ), πάνω από 100 άτομα φύτευαν και φρόντιζαν τα λουλούδια σε μια νησίδα δρόμου, μήκους 200 μέτρων, στο κέντρο της πόλης. Φυσικά, όλο το κέντρο της Αθήνας πάσχει από την έλλειψη λουλουδιών, ενώ σε άλλες χώρες, εδώ και δεκαετίες, υπάρχουν διαγωνισμοί για την πιο καλαίσθητη τουριστική πόλη ή την πιο ανθοστόλιστη πόλη κ.λπ.

Β) Στο Γκουιλίν (Κίνα) για να μην ενοχλούνται από την ηχορύπανση οι κάτοικοι και οι επισκέπτες, αλλά και για οικολογικούς λόγους, όλα τα μηχανάκια είναι ηλεκτροκίνητα. Αντίθετα στην Αθήνα έχει γίνει μόδα (βαίνει αυξανόμενη) οι νέοι να κυκλοφορούν με μηχανάκια με κομμένες εξατμίσεις, οι οποίες κάνουν φοβερό θόρυβο, μολύνουν με ρύπους και φυσικά ενοχλούν μέρα και νύχτα επισκέπτες και κατοίκους.

Γ) Στο Κίτο (Ισημερινός) οι στάσεις των αστικών λεωφορείων μοιάζουν με στάσεις μετρό, καθαρές, καλαίσθητες, τα κλάξον των λεωφορείων παίζουν μουσική, οι πεζόδρομοι είναι από γρανίτη, δεν υπάρχει η παραμικρή μουτζούρα στους τοίχους, και οι πλατείες του είναι πνιγμένες στα λουλούδια. Και στους τρείς παράγοντες το κέντρο της Αθήνας πάσχει. Τα περισσότερα λεωφορεία είναι πραγματικά σαράβαλα, οι στάσεις λεωφορείων συχνά διαλυμένες, ενώ τις μουτζούρες τις βλέπει κανείς παντού σε νεοκλασικά, σε μαρμάρινες κολώνες, σε ξύλινες καλαίσθητες πόρτες, σε αγάλματα... Φυσικά σε Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Ισπανία και αλλού, οι
μουτζούρες και τα γκράφιτι σε τοίχους έχουν ποινικοποιηθεί εδώ και δεκαετίες, υπάρχει αυστηρότητα, οι υπεύθυνοι τιμωρούνται και συνεργία των Δήμων καθαρίζουν τις επόμενες μέρες ό,τι έχει γραφεί.

Δ) Στην πόλη Γκουαγιακίλ (Ισημερινός), στο πάρκο περιπάτου και αναψυχής που αναπτύσσεται κατά μήκος του ποταμού Γκουάγιας (επενδυτικό σχέδιο Μαλεκόν 2000), στις μοντέρνες κολώνες φωτισμού που είναι διάσπαρτες παντού, βρίσκονται ενσωματωμένα ηχεία που παίζουν ασταμάτητα κλασική μουσική, ευφραίνοντας την ψυχή των ντόπιων και των επισκεπτών. Διακριτική αλλά και αυστηρή, όπου χρειάζεται, είναι η παρουσία φυλάκων ντυμένων με ομοιόμορφες στολές. Άραγε πόσο ευχάριστο θα ήταν για τους επισκέπτες του Εθνικού κήπου, του πεδίου του Άρεως και του πεζόδρομου, περιμετρικά της Ακρόπολης, εάν εφαρμοζόταν και εδώ κάτι αντίστοιχο;

Ε) Στο κέντρο της Λίμα (Περού), εκτός από αυτά που ισχύουν στο Κίτο, σε κάθε τετράγωνο σχεδόν, πίσω από την πρόσοψη ενός παραδοσιακού κτιρίου κρύβεται ένα γκαράζ, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν καθόλου σταθμευμένα αυτοκίνητα στους δρόμους και τα πεζοδρόμια και οι πεζόδρομοι να απευθύνονται αποκλειστικά στους πεζούς. Όταν βρισκόμουν εκεί είδα τα συνεργεία, που αντικαθιστούσαν παλιές πλάκες πεζοδρομίων με γρανιτένιες, να δουλεύουν είκοσι τέσσερες ώρες το εικοσιτετράωρο, κάτι που δεν μπορεί κάποιος να φανταστεί ότι είναι δυνατόν να γίνει εδώ. Στο κέντρο της Αθήνας βασιλεύουν ακόμα τα αντιαισθητικά υπαίθρια γκαράζ, ενώ τα πεζοδρόμια και οι πεζόδρομοι απευθύνονται κατ’εξοχήν στα μηχανάκια και τα αμάξια που εδώ συνυπάρχουν αρμονικά με τους πεζούς.

Τα πεζοδρόμια στο κέντρο της Αθήνας είναι στρωμένα με πλάκες που ξεκολλούν μετά από ένα μήνα από την τοποθέτησή τους, ξερνώντας βρωμόνερα στα παντελόνια των πεζών μετά την πρώτη βροχή, ενώ οι μεγαλουπόλεις των ανεπτυγμένων χωρών, εδώ και δεκαετίες, αντικαθιστούν τα παλιά με γρανιτένια μεγάλης αντοχής και καλαισθησίας. Και όχι μόνο τα κατασκευάζουν, αλλά και τα συντηρούν, κάτι που στην περίπτωση της Αθήνας είναι άγνωστο. Περπατώντας κανείς στην πλατεία Κοραή (κέντρο της πόλης) και παρατηρώντας το διαλυμένο πλακόστρωτο, τα σιντριβάνια που έχουν βανδαλιστεί και έχουν αφαιρεθεί τα μάρμαρα, τις παρκαρισμένες μηχανές και τα μικρά φορτηγά παράδοσης εμπορευμάτων, μπορεί να έχει σε ένα μικρό χώρο μια αντιπροσωπευτική εικόνα της κατάστασης.

ΣΤ) Στην Σάντα Κλάρα (Κούβα) επί Φιντέλ Κάστρο, στον κεντρικό πεζόδρομο, η διέλευση ενός νέου με μηχανάκι ενεργοποίησε πέντε αστυνομικούς με σφυρίχτρες, που τον συνέλαβαν στα πρώτα πενήντα μέτρα. Στην Αθήνα, η πλατεία Κοραή έχει μετατραπεί σε κανονική λεωφόρο διέλευση δίτροχων μεταξύ Πανεπιστημίου και Σταδίου, όπως και τα πεζοδρόμια της Πανεπιστημίου και της Σταδίου, ο πεζόδρομος Βίσσης, Αιόλου, Διονυσίου Αεροπαγίτη, Ανδριανού, Αγίων Ασωμάτων και παντού αλλού όπου υπάρχει πεζόδρομος. Μπορεί κανείς να μετρήσει εκατοντάδες μηχανάκια να περνούν μέσα στη μέρα, χωρίς την παραμικρή ενόχληση από κάποιο “είδος αρχής”, όπως σε πόλεις άλλων χωρών, εφ‘όσον όλα αυτά έχουν πάρει τη θέση της κανονικότητας, απόρροια μιας γενικότερης απάθειας. Ωστόσο δε σημαίνει ότι όλα αυτά δεν ενοχλούν και μάλιστα πολύ, τους πεζούς και τους επισκέπτες της πόλης, Έλληνες και ξένους.

Ζ) Στο Μαρακές και στην Καζαμπλάνκα (Μαρόκο) υδροφόρες του Δήμου καθαρίζουν τα πεζοδρόμια της πόλης, όπως και στο Παρίσι, ξημερώματα, κάθε μέρα. Σε Σταδίου, Πανεπιστημίου, Πατησίων, πεζόδρομους του κέντρου και αλλού, λεκέδες από λάδια μηχανών, χυμένους καφέδες και άλλες βρωμιές, παραμένουν για χρόνια ολόκληρα χωρίς να καθαριστούν, αφήνοντας ανεξίτηλα τα σημάδια τους.

Η) Στην παλιά πόλη της Καρθαγένης (Τυνησία) που μου θύμιζε τη δική μας Πλάκα (η συνοικία των θεών), διέκρινα μια τάξη, μια νοικοκυροσύνη, με τα όμορφα σπίτια, τις φρεκοβαμμένες μάντρες, τις μπουκαμβίλιες, τα καθαρά πέτρινα πλακόστρωτα. Στην Πλάκα πίσω από τους εμπορικούς δρόμους, πολλά κτίρια είναι μισογκρεμισμένα και πάρα πολλά νεοκλασικά είναι γεμάτα “μουτζούρες και γκράφιτι”. Στην παλιά πόλη της Πάλμα (Μαγιόρκα / Ισπανία), η Πολιτεία ανέλαβε την ανακαίνιση παραδοσιακών κτιρίων, πριν από τριάντα περίπου χρόνια, και για να ξαναγίνει ζωντανό το παλιό κέντρο της πόλης και ενοικίασε τα διαμερίσματα, έναντι χαμηλού τιμήματος και κατόπιν κλήρωσης, σε δημόσιους υπαλλήλους. Ανασκεύασε πεζοδρόμια και καλντερίμια και γέμισε με λουλούδια και πράσινο τους ελεύθερους χώρους.



Δεν ξέρω εάν υπάρχει άλλο κέντρο πρωτεύουσας χώρας, όπως αυτό της Αθήνας, τόσο πολύ πληγωμένο και βανδαλισμένο και με τόσα ερειπωμένα/εγκαταλειμμένα κτίρια, κυρίως νεοκλασικά. Τελικά η έφεση προς την καταστροφή του ωραίου είναι χάρισμα μονάχα του homo sapiens.

Θ) Τη δεκαετία του ’80, η Μπανγκόκ (Ταϊλάνδη) ήταν μια βρώμικη πόλη που βούλιαζε στα νερά του ποταμού Μενάμ και των καναλιών του. Σε χρονικό διάστημα μικρότερο των 30 χρόνων μεταμορφώθηκε σε μια σύγχρονη πόλη με καλαίσθητα κτίρια, φαρδιές λεωφόρους, πάρκα, πλατιά πεζοδρόμια με παγκάκια και λουλούδια, αξιοποιώντας με τον καλύτερο τρόπο τους άφθονους πολιτιστικούς της πόρους. Το ίδιο θα μπορούσα να αναφέρω για την Τζακάρτα, την Κουάλα Λουμπούρ, την Κωνσταντινούπολη κ.λπ.

Θα μπορούσαν να παρατεθούν πολλά ακόμα παραδείγματα από άλλες χώρες σχετικά με την έννοια της αισθητικής αντίληψης στην καθημερινότητα, που αποτελεί και τον πολιτισμό μιας πόλης. Φυσικά το κέντρο της Αθήνας, σε σχέση με πολλές άλλες πόλεις του πλανήτη, είτε ανήκουν σε ανεπτυγμένες είτε σε αναπτυσσόμενες χώρες, έχει το μειονέκτημα, τουλάχιστον τα τελευταία 12 χρόνια, να αποτελεί το επίκεντρο εκτεταμένων βανδαλισμών, που δε συνάδουν με οποιαδήποτε έννοια σεβασμού των ανθρώπινων αξιών, του πολιτισμού και της παράδοσης. Δυστυχώς η Αθήνα σε σχέση με άλλες πόλεις, ακόμα και φτωχών χωρών που χαρακτηρίζονται εξωστρεφείς, παρουσιάζει τάσεις βαθιάς εσωστρέφειας, παρά την χιλιόχρονη ιστορίας της. Εδώ, η απάθεια και οι συνιστώσες της αδράνειας που σχετίζονται με το φαινόμενο της παρακμής, ενισχύουν αυτήν την εσωστρέφεια και μας έχουν κάνει δεκτικούς στην ασχήμια, που φαίνεται να την έχουμε παντρευτεί. Εδώ ο “Δημόσιος Χώρος”, στην προκειμένη περίπτωση το κέντρο της πόλης, μοιάζει με σάκο του μποξ που ο καθένας μπορεί να ξεσπά πάνω του, όποτε του “γουστάρει”, χωρίς καμία συνέπεια. Η Αθήνα μοιάζει ακόμα με ένα μεγάλο χωριό και κουβαλάει αντίστοιχες νοοτροπίες.

Η Αθήνα κάποτε ήταν μια πανέρια κόρη που τώρα έχει γεράσει, έχει ασχημύνει. Μήπως ο Ζαν Κοκτώ* είχε δίκιο όταν έγραφε σχετικά με την ομορφιά και την ασχήμια: “Η ομορφιά γοητεύει και κουράζει. Την ασχήμια τη συνηθίζεις και την παντρεύεσαι”. Συνήθως όμως η ασχήμια είναι ένα βαρίδι που τραβά τον άνθρωπο στον “πάτο”. Χρειάζεται πολύς αγώνας και εκπαίδευση για να ξεφύγει κανείς.

Ταξιδιώτες στο κέντρο της Αθήνας
Η αισθητική ανάδειξη του κέντρου της πόλης, θα μπορούσε να αναδείξει και τη δημιουργία δεκάδων φανερών και μυστικών διαδρομών, αναφορικά με τα τεκτενόμενα της πόλης, τη ζωή και τις διαδρομές μεγάλων ανδρών που έζησαν σε αυτή, όπως γίνεται και αλλού. Μαζί με τα εστιατόρια τα μπαρ και τα καφέ που αποτελούν την σημερινή πραγματικότητα, θα μπορούσαν να ενταχθούν σε ένα σύστημα διαδρομών (όπως π.χ. το Παρίσι του Χεμινγουέι), η ιστορία τόπων, συνοικιών, η ζωή σημαντικών Ελλήνων του πνεύματος από την αρχαιότητα έως σήμερα, βιβλιοπωλεία, παλαιοβιβλιοπωλεία, παραδοσιακά εστιατόρια, δισκοπωλεία, παραδοσιακά καφενεία, μικρά καφέ, εκκλησίες, παλιές αγορές, κτίρια που έμειναν σε αυτά προσωπικότητες του πνεύματος, των τεχνών κ.λπ. “Κίνηση, ανακάλυψη,
αισθητική”, θα μπορούσαν όχι μόνο να αλλάξουν αλλά και να αναδείξουν την πόλη και να παρέχουν στους κατοίκους αλλά και στους επισκέπτες της μια αστική ζούγκλα για αληθινή περιπλάνηση.

Η πόλη οφείλει να σέβεται τους κατοίκους και τους επισκέπτες της και αυτοί πρέπει να της το ανταποδίδουν. Η πόλη πρέπει να εκπέμπει αγάπη και να δέχεται αγάπη, κάτι που θέλει μεγάλο κόπο, πολύ χρόνο αλλά και εκπαίδευση, για να ξεπεραστεί η κατάσταση της απάθειας, όπου το “ωραίο” και η “αισθητική” μικρή αξία έχουν. Έχοντας ήδη διανύσει τα πρώτα 20 χρόνια του 21ου αιώνα, και “βλέποντας” το τι γίνεται στον υπόλοιπο κόσμο, οι κάτοικοι και οι επισκέπτες αυτής της πόλης δικαιούνται περισσότερη ομορφιά, περισσότερη καλαισθησία, περισσότερη ποιότητα στην καθημερινότητά τους. Το μόνο που εκπέμπει μια βανδαλισμένη πόλη είναι “σύγχυση, κενό και περιφρόνηση”, που δεν αποτελούν και τον καλύτερο οιωνό για το αύριο.

Οι παραινέσεις του Μ. Καραγάτση είναι πιο επίκαιρες από ποτέ: “Φαντασία, ερευνητικό και ανήσυχο πνεύμα, παρατηρητικό βλέμμα, δίψα για ανακάλυψη...”. Μετά από δέκα χρόνια οικονομικής κρίσης και ενάμισι χρόνο πανδημίας, ο παράγοντας “κίνηση” θα μπορούσε να λειτουργήσει θεραπευτικά πάνω μας. Στο Μεσαίωνα* η “κίνηση” ερμηνευόταν ως κάθαρση, δοκιμασία, άρνηση στις ανέσεις και στην αποχαύνωση, αντίσταση στην υποταγή. Η κίνηση διατηρούσε το πνεύμα καθαρό και οδηγούσε στην δημιουργία και στην αναζήτηση. Στην εποχή της πανδημίας η “ακινησία’, η τηλεργασία, η τηλεθέαση, οι ηλεκτρονικές συναλλαγές και η “εικονική πραγματικότητα” έχουν διαμορφώσει έναν κόσμο άμεσης ικανοποίησης και ολοκληρωτικής βεβαιότητας, έναν κόσμο όπου η ηθική και η ανθρωπιά είναι ασήμαντα και ανύπαρκτα στοιχεία, αντικαθιστώντας τις αξίες της “πραγματικής ζωής” και του “πολιτισμού της καθημερινότητας”.

Μπορούμε να γίνουμε ταξιδιώτες στην ίδια μας την πόλη. Μπορούμε να μειώσουμε το χρόνο που καταναλώνουμε σε Η/Υ, τηλεοράσεις, κινητά... και να ξαναδώσουμε στη φαντασία και στην αναζήτηση, στις ζωντανές επαφές με τους ανθρώπους, τη θέση που τους αρμόζει ταξιδεύοντας στην αστική ζούγκλα της Αθήνας που κουβαλάει συναρπαστικές μνήμες και όπου η περιπέτεια ίσως να καραδοκεί στην επόμενη γωνιά. Ας μάθουμε να “βλέπουμε” το τι υπάρχει γύρω μας και όχι απλά να “κοιτάζουμε”. Μπορούμε να αφήσουμε στην άκρη την “εικονική πραγματικότητα” και να ζήσουμε την “αληθινή”, αυτή που μας προσφέρει απλόχερα η ζωή της ίδιας της πόλης. Ταξιδιώτες* στην πόλη και όχι τουρίστες.

Σημείωση. Το συγκεκριμένο κείμενο γράφτηκε μετά από παρότρυνση Γάλλων φίλων φανατικών flâneurs του Παρισιού, αλλά και της Αθήνας όταν την επισκέπτονται. Οι φωτογραφίες σε θέματα αισθητικής είναι δικές τους.



*Βιβλιογραφία: Βαρβαρέσος Σ. (2017), Η χαμένη τέχνη του ταξιδιού, Εκδόσεις Παπαζήση.


Ο Στέλιος Ι. Βαρβαρέσος, είναι καθηγητής Οικονομικής και Πολιτικής του Τουρισμού, στο Τμήμα Διοίκησης Τουρισμού του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής. Έχει γράψει βιβλία που άπτονται της οικονομικής, της πολιτικής και της ανάπτυξης του διεθνούς και του ελληνικού τουρισμού, που διδάσκονται σε προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών, κεφάλαια σε συλλογικούς τόμους, ενώ έχει δημοσιεύσει μεγάλο αριθμό επιστημονικών άρθρων και έχει συμμετάσχει σε πολλά διεθνή επιστημονικά συνέδρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Από το 1988, ταξιδεύει, εκτός από την Ευρώπη, σε χώρες της Αφρικής, της Ασίας, της Νότιας και Κεντρικής Αμερικής, επιχειρώντας να ακολουθήσει “παλαιούς ή και προσωπικούς δρόμους”, εφόσον ο “δρόμος”, ορίζει το ταξίδι και είναι ένα μέσο καλύτερης κατανόησης του κόσμου. Από τις Εκδόσεις Παπαζήση έχουν κυκλοφορήσει δυο ταξιδιωτικά του βιβλία: “Η χαμένη τέχνη του ταξιδιού” (2017) και “Ένα ταξίδι στην Ανατολή. Οι Ινδίες” (2019).

Share |
Σχολίασε κι εσύ...












* Τα πεδία με "*" είναι υποχρεωτικά.
* Δεν επιτρέπεται κώδικας HTML.
* Το Email και το Τηλέφωνό σας δεν θα εμφανίζονται.
Ads by TDN

Μικρά & Ενδιαφέροντα

Παρουσιάσεις Εταιριών

Παρουσιάσεις Προϊόντων

Οι αναγνώστες μας στο Facebook

Αγγελίες

Μια Φωτογραφία μιλάει

Συνέδρια - Ημερίδες - Εκθέσεις

Φωτορεπορτάζ

Οι αναζητήσεις του Μορφέα

Ημερολόγιο Τουριστικών Εκθέσεων

↑ top