Ροή Ειδήσεων:

Smaller text size Larger text size

ΙΤΕΠ
Ελληνική Οικονομία και Τουρισμός

23 Νοέμβριος 2005, 00:00

ΙΤΕΠ
Ελληνική Οικονομία και Τουρισμός

“Οι αφίξεις αλλοδαπών τουριστών στην χώρα μας κατά το 2005 είναι πιθανόν να υπερβούν το 6%, όπως ανακοίνωσε το Ινστιτούτο Τουριστικών Ερευνώνκαι Προβλέψεων - ΙΤΕΠ, κατά τη διάρκεια παρουσίασης του 20ου τεύχους της έκδοσης ‘Ελληνική Οικονομία και Τουρισμός’.

Όπως σημειώθηκε “η απρόσμενη μείωση των αφίξεων στην Αθήνα κατά τον Αύγουστο, οδήγησε σε συντηρητικότερες προβλέψεις για ολόκληρο το έτος. Η αύξηση της εισροής του τουριστικού συναλλάγματος θα είναι, όμως, ταχύτερη λόγω των επιδόσεων της Πρωτεύουσας, όπου η ανά διανυκτέρευση δαπάνη είναι υψηλότερη του μέσου όρου. Τα στοιχεία δε μέχρι και τον Αύγουστο, που ενσωματώνει ένα ‘κακό’ μήνα για την Αθήνα, δείχνουν μια αρκετά καλή επίδοση, αντίστοιχη αυτής του ολυμπιακού έτους 2004”.

Ειδικότερα:

Με εξαίρεση τα δύο μεγάλα αστικά κέντρα και τις γύρω περιοχές, η τουριστική εξέλιξη στην περιφέρεια δεν είναι ιδιαίτερα ικανοποιητική. Τα νησιά του Ιονίου, με ασθενή εξαίρεση την Κέρκυρα (+3,3%), έχουν πραγματοποιήσει μη οριακές μειώσεις (Κεφαλονιά -7,4% και Ζάκυνθος -5,1%1) για το 10μηνο Ιαν. - Οκτωβρίου. Παρόμοια εξέλιξη σημειώθηκε και στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου (Σάμος -16,9%, Μυτιλήνη -4,7%). Η Ρόδος για το 10μηνο 2005 σημείωσε αύξηση της τάξεως του 4,3% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2004, ενώ η Κως παρουσίασε μείωση της τάξεως του -3,2%. Στην Κρήτη η κατάσταση είναι καλύτερη, αφού τόσο στο Ηράκλειο όσο και στα Χανιά σημειώνεται αύξηση των αφίξεων της τάξεως του 6,3% και 4,3%, αντιστοίχως, για το 10μηνο του 2005 σε σχέση με το 10μηνο του 2004.

                                                                                                                                                                                   
Ιανουάριος - Οκτώβριος
ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ
2004
2005
% 05/04
ΑΘΗΝΑ *(1)
3.325.164
3.627.997
9,1
ΖΑΚΥΝΘΟΣ (1)
453.734
430.414
-5,1
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
1.880.432
1.999.546
6,3
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ*
970.603
1.009.467
4
ΚΕΡΚΥΡΑ
823.867
850.935
3,3
ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ
154.816
143.361
-7,4
ΚΩΣ
627.126
606.874
-3,2
ΜΥΤΙΛΗΝΗ
69.678
66.400
-4,7
ΡΟΔΟΣ
1.165.559
1.215.892
4,3
ΣΑΜΟΣ
120.094
99.787
-16,9
ΧΑΝΙΑ
531.838
554.722
4,3
ΧΙΟΣ
15.466
13.389
-13,4
ΣΥΝΟΛΟ
9.152.805
10.618.784
4,7
* Συνολικές πτήσεις εξωτερικού. (1) Ιαν.-Σεπτ.

Αποτελεί, εντούτοις, απλοποίηση η συσχέτιση της τουριστικής πολιτικής μόνο με βάση την επίδοση του αλλοδαπού τουρισμού. Διότι η πρωτοφανής για τα ελληνικά πράγματα προσπάθεια της Πολιτείας να ανακτήσει μέρος του χαμένου εδάφους στον τουριστικό τομέα δεν αφορούσε κατά τρόπο μονοσήμαντο τον αλλοδαπό τουρισμό, αλλά στόχευε και στην τόνωση του εσωτερικού τουρισμού. Βεβαίως, η επικέντρωση της προσοχής κυρίως στον αλλοδαπό τουρισμό οφείλεται στη σημαντική συμβολή του στην εγχώρια οικονομική δραστηριότητα, αφού αποτελεί καθαρή συμβολή στην αύξηση του ΑΕΠ, της απασχολήσεως και της εισροής συναλλάγματος. Αντίθετα, ο εσωτερικός τουρισμός αποτελεί ατελές υποκατάστατο του αλλοδαπού τουρισμού, διότι οι επιδράσεις του μοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με παίγνιο μηδενικού αθροίσματος. Οι εγχώριοι τουρίστες αντί να καταναλώνουν στον τόπο κατοικίας τους, καταναλώνουν στον τόπο των διακοπών τους και, επομένως, η προστιθέμενη αξία είναι συγκριτικά πολύ μικρότερη.

Η αναμφισβήτητα θετική διαπίστωση είναι, ότι η ηγεσία του Υπουργείου Τουριστικής Ανάπτυξης με την πρωτοφανή για τα ελληνικά τουριστικά δεδομένα διαφημιστική του εκστρατεία, αλλά και με το πρόγραμμα “Μένουμε Ελλάδα”, τόνωσε σημαντικά την εσωτερική τουριστική δραστηριότητα, έστρεψε το τουριστικό ενδιαφέρον σε ταξίδια στο εσωτερικό της χώρας και απέτρεψε σημαντικό τμήμα δυνητικών τουριστών να αναζητήσει αναψυχή στο εξωτερικό. Από την άποψη αυτή το οικονομικό αποτέλεσμα εξισώνεται με εκείνο του αλλοδαπού τουρισμού. Παρά το γεγονός, ότι η τουριστική δραστηριότητα στην Ελλάδα δεν ανταποκρίνεται ούτε στις προσδοκίες και στις δυνατότητες της χώρας μας, αλλά ούτε και στην ευνοϊκή διεθνή τουριστική συγκυρία, είναι ελπιδοφόρο το μήνυμα, ότι είναι εφικτή η αναστροφή της αρνητικής επί σειράν ετών πορείας του ελληνικού τουρισμού, η οποία σε μεγάλο βαθμό προσδιορίστηκε από την επίσης πρωτοφανή εγκατάλειψη του τομέα επί μακρά σειρά ετών.

Πρέπει, βεβαίως, να τονισθεί ότι η καλή διαφημιστική προσπάθεια δεν αποτελεί επαρκή συνθήκη για μια μεσο-μακροπρόθεσμη ταχύρυθμη τουριστική ανάπτυξη. Χρειάζεται σοβαρή αναβάθμιση της ποιότητας σε όλο το φάσμα των τουριστικών δραστηριοτήτων. Η διαφήμιση δεν αποτελεί, ούτε μπορεί να αποτελέσει, υποκατάστατο της ποιότητας. Ούτε, όμως, η ποιότητα χωρίς προβολή και διαφήμιση μπορεί να αποδώσει το αναμενόμενο αποτέλεσμα.

Τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία για τις ανταγωνίστριες χώρες αποκαλύπτουν αρκετά μεγάλες, σε συγκριτικούς όρους, επιδόσεις, αν ληφθεί υπόψη ότι κατά την περίοδο 2000 - 2004 εξακολούθησαν να αναπτύσσονται τουριστικά - με εξαίρεση, ίσως, την Ιταλία.

                                                             
% Μεταβολή Αφίξεων στις
ΑμεσότεραΑνταγωνίστριες Χώρες

Ιανουάριος - Σεπτέμβριος
Κροατία

6,80%
    +8,1% (συνολικές διανυκτερεύσεις)

 
Ισπανία 6,30%
  +6,5% (συνολικές διανυκτερεύσεις) 
Πορτογαλία +4,5% (συνολικές διανυκτερεύσεις)
Γαλλία +2,4 % (συνολικές διανυκτερεύσεις)
Ιταλία 4,50%
Τουρκία 23%
Ελλάς +6-6,5% (εκτίμηση έτους)

Οι Ισπανία, Κροατία και καθ’ υπερβολή η Τουρκία πραγματοποίησαν ρυθμούς που κυμαίνονται από 6,3% (Ισπανία) μέχρι 23% (Τουρκία). Η Πορτογαλία υστέρησε και φαίνεται η αύξηση να κυμαίνεται γύρω στο 4%. Η Ιταλία και η Γαλλία φαίνεται να ανακάμπτουν, με ρυθμούς επεκτάσεως της τάξεως του 4-5% και 2,5%, αντιστοίχως. Ο ρυθμός με τον οποίο προχωρεί η ανάπτυξη της Τουρκίας εκπλήσσει κυριολεκτικά και η ερμηνεία του δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη. Σημαντικό ρόλο παίζει η υποτίμηση του δολαρίου έναντι του ευρώ, η παροχή υψηλής στάθμης υπηρεσιών και η διαχρονική συστηματική προβολή και διαφήμιση του τουρκικού τουριστικού προϊόντος.

Η διατύπωση προβλέψεων για την πορεία του τουρισμού στην παρούσα οικονομικο-πολιτική συγκυρία είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Ο παγκόσμιος τουρισμός έχει επιδείξει μέχρι σήμερα αξιοθαύμαστη αντοχή σε μεγάλης εμβέλειας δυσμενή γεγονότα, όπως οι τρομοκρατικές επιθέσεις και οι διάφορες φυσικές καταστροφές. Αν, όμως, πραγματοποιηθούν οι προβλέψεις για την επαπειλούμενη πανδημία γρίπης, τότε οι επιπτώσεις στον τουρισμό, αλλά και την ανάπτυξη, θα είναι πολύ αρνητικές. Επομένως, από πλευράς πολιτικής δεν έχει νόημα η διατύπωση προβλέψεων με παραδοχή καταστροφικής φύσεως, αφού στην ουσία θα πρόκειται για προσπάθεια αντιμετωπίσεως των συνεπειών ενός αναπόφευκτου.

Κάτω από ομαλές συνθήκες, υπάρχουν παράγοντες, οι οποίοι λογικά θα λειτουργήσουν, ώστε το 2006 να είναι ένα καλό τουριστικό έτος για την Ελλάδα. Τέτοιοι παράγοντες που θα συμβάλουν στη θετική πορεία του τουρισμού στην χώρα μας είναι:

  • Η παγκόσμια ανάπτυξη, και ιδιαίτερα η - έστω και περιορισμένη - οικονομική ανάκαμψη στις χώρες της Ε.Ε..
  • Η αποκτηθείσα εμπειρία για τις συνέπειες των τρομοκρατικών κτυπημάτων.
  • Οι ευμενείς επιπτώσεις από την ασκηθείσα πολιτική προβολής και διαφημίσεως της χώρας και η αξιοποίηση του τεράστιου αποθέματος τουριστικής ζητήσεως σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.
  • Η συγκράτηση των τιμών στα καταλύματα, που συμβάλλει στην αντιμετώπιση του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος που απολαμβάνουν προς το παρόν οι μεσογειακοί δολαριακοί προορισμοί.
  • Η πολύ πιθανή αύξηση των επιτοκίων στις Η.Π.Α. και η μειωμένη αναπτυξιακή δυναμική της ευρωπαϊκής οικονομίας σε σύγκριση με τις Η.Π.Α., θα ενδυναμώσουν περαιτέρω το δολάριο, με συνέπεια να καταστήσουν τον ευρωπαϊκό προορισμό περισσότερο προσφιλή στους αμερικανούς, οι οποίοι πραγματοποιούν και την μεγαλύτερη τουριστική δαπάνη ανά άτομο.
  • Η επιτάχυνση της αναπτύξεως της γερμανικής οικονομίας, που είναι η κύρια πηγή προελεύσεως για την Ελλάδα.

Στάθμιση των ανωτέρω παραγόντων, και με την παραδοχή ότι η γρίπη των πτηνών θα παρέλθει χωρίς συνέπειες, επιτρέπει τη διατύπωση σχετικώς αισιόδοξης προβλέψεως για το 2006, η οποία είναι πολύ πιθανόν να ξεπεράσει την αύξηση του 2005.

Όσον αφορά στην

ελληνική οικονομία

, το ΙΤΕΠ, τόνισε τα ακόλουθα:

Κατά το τρέχον έτος η δυσμενής οικοδομική συγκυρία πρωτίστως και δευτερευόντως η άτονη επενδυτική δραστηριότητα του ιδιωτικού επιχειρηματικού τομέα και του δημοσίου επιβράδυναν τον ρυθμό αναπτύξεως, με βάση προσωρινή εκτίμηση του ΙΤΕΠ, από 3,8% το 2004 σε 3,3%. Η επιβράδυνση θα ήταν αρκετά μεγαλύτερη, εάν δεν παρενέβαινε η ευχάριστη έκπληξη από την αύξηση των εξαγωγών αγαθών, αλλά και η σημαντική ανάκαμψη του αλλοδαπού τουρισμού.

Η αξιόλογη αύξηση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών, που εκτιμάται ότι θα κινηθεί με ρυθμό της τάξεως του 6%, συνεπικουρούμενη από την αύξηση της ιδιωτικής και δημόσιας καταναλώσεως, αλλά και την συγκράτηση της αυξήσεως των εισαγωγών σε πολύ χαμηλό ρυθμό (1,5%), εξουδετέρωσαν πλήρως την μειωτική επίπτωση στον ρυθμό αναπτύξεως από τις επενδύσεις και τον διατήρησαν σε αρκετά ικανοποιητικό επίπεδο. Σε σύγκριση με τα συμβαίνοντα στην ευρωζώνη και την Ευρώπη των 25, ο ρυθμός αναπτύξεως μπορεί να χαρακτηρισθεί πολύ ικανοποιητικός.

Το 2006 θα είναι απαλλαγμένο κατά πάσα πιθανότητα από τους αρνητικής αναπτυξιακής φύσεως συγκυριακούς παράγοντες που εντοπίζονται αποκλειστικώς στις επενδύσεις. Ο οικοδομικός κύκλος, αλλά και η δημόσια κατασκευαστική δραστηριότητα, για διαφορετικούς λόγους εκάστη, θα έχουν εισέλθει σε φάση ανακάμψεως, καθώς και οι ιδιωτικές επιχειρηματικές επενδύσεις. Οι τελευταίες ενδέχεται να κινηθούν με ταχύτερο ρυθμό από τον προβλεπόμενο στην παρούσα έκθεση, εξαιτίας του ευνοϊκού επιχειρηματικού κλίματος που αναποτρέπτως δημιουργούν οι κυβερνητικές παρεμβάσεις στην οικονομία. Η εκτίμηση για επιτάχυνση του ρυθμού αναπτύξεως κατά το προσεχές έτος (3,7% έναντι 3,3% το 2005), ευλόγως, στηρίζεται σε συνέχιση και, ίσως, επίταση της ανακάμψεως του αλλοδαπού τουρισμού, στην ανάκαμψη της ιδιωτικής επενδυτικής δραστηριότητας, αλλά και στην έστω βραδύτερη ανάκαμψη της δημόσιας επενδυτικής δραστηριότητας του δημοσίου. Εκτιμούμε, ότι οι πιθανότητες για πραγματοποίηση ρυθμού αναπτύξεως χαμηλότερου του προβλεπόμενου είναι μικρότερες της πιθανότητας ο ρυθμός να είναι διακριτά υψηλότερος.

Καθ’ όσον αφορά στον πληθωρισμό, οι προβλέψεις για το 2006 είναι σχετικά αισιόδοξες, παρά την υφέρπουσα ήπια τάση αυξήσεως των πληθωριστικών πιέσεων. Η δημοσιονομική συγκράτηση, η εξακολούθηση αντιπληθωριστικών επιπτώσεων από πλευράς εισαγωγών, η συγκράτηση των μισθών, αλλά πιθανότατα και η διαμόρφωση της τιμής των καυσίμων σε χαμηλότερο μέσο επίπεδο σε σύγκριση με το τρέχον έτος, θα συντελέσουν σε ρυθμό πληθωρισμού της τάξεως του 3% έναντι 3,5% περίπου το 2005.
Όση, όμως, έστω και συγκρατημένη, αισιοδοξία και αν γεννούν οι προοπτικές για αύξηση της παραγωγής, μείωση της ανεργίας και συγκράτηση των πληθωριστικών πιέσεων σε βραχυπρόθεσμη προοπτική, η εικόνα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και οι τάσεις που αναδύονται από αυτήν προκαλούν απαισιοδοξία.

Οι πλουσιοπαρόχως παρασχεθέντες κοινοτικοί πόροι συνετέλεσαν μεν στην δημιουργία και βελτίωση των βασικών υποδομών της χώρας, δεν βοήθησαν, όμως, όχι απλώς στην βελτίωση της ανταγωνιστικότητας αλλ’ ούτε καν στην διατήρησή της στο προ 25ετίας επίπεδο. Ακόμη και το πλεονέκτημα της χώρας στον τουρισμό χάθηκε, απαιτούνται δε τρεχόντως (και ευτυχώς αναλαμβάνονται) τιτάνιες προσπάθειες από πλευράς Πολιτείας για την επανεγκατάστασή του σε σταθερή ανοδική τροχιά.

Η εξέλιξη των μεγεθών του ισοζυγίου κατά το οκτάμηνο Ιανουαρίου - Αυγούστου είναι πολύ ανησυχητική, διότι η κατά 36,9% διεύρυνση του ελλείμματος δεν εμπεριέχει στοιχεία ευχερώς αναστρέψιμα. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών πραγματοποίησε νέο ρεκόρ τόσο σε απόλυτο μέγεθος, όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ, παρά την σημαντική αύξηση των εξαγωγών και του τουριστικού συναλλάγματος. Πρέπει δε να κατανοήσουν όλες οι πλευρές, οι κατ’ έθος κοινωνικοί εταίροι, ότι η ‘βιαία’ προστασία της απασχολήσεως αποτελεί τον μεγαλύτερο εχθρό της. Ο ρόλος της διεθνούς ανταγωνιστικότητας στο παγκόσμιο οικονομικό γίγνεσθαι έχει εισέλθει σε νέα φάση, σε νέα σκληρή πραγματικότητα, η οποία τείνει να ανατρέψει εκ βάθρων πρακτικές στην αγορά εργασίας και τις εργασιακές σχέσεις, που μέχρι πρότινος εθεωρούντο άβατο. Όσοι ενδιαφέρονται ειλικρινώς για τα συμφέροντα των εργαζομένων οφείλουν πρωτίστως να ενδιαφερθούν για την επιβίωση των επιχειρήσεων. Δεν υπάρχει άλλη οδός.

Καθ’ όσον αφορά στα δημοσιονομικά πράγματα, πρέπει να επισημανθεί ότι η Κυβέρνηση ατύχησε στο να κληρονομήσει

  1. μια άθλια κατάσταση εκφραζόμενη όχι μόνο σε ποσοτικά μεγέθη, αλλά και πρακτικές και δημόσιο ήθος, και
  2. ένα φορολογικό μηχανισμό, ο οποίος λειτούργησε στην κρίσιμη αυτή περίοδο αποσταθεροποιητικά.

Η κρισιμότητα της καταστάσεως, αν αποτελέσει εφαλτήριο για την εξάλειψη των αιτίων των δημοσιονομικών κρίσεων, θα είναι σταθμός στο οικονομικό μέλλον της χώρας.

Τέλος, αναφορικά με τη

διεθνή οικονομία

, το ΙΤΕΠ υπογραμμίζει τα εξής:

Η ισχυρή αναπτυξιακή ορμή της παγκόσμιας οικονομίας συνεχίζεται. Οι δυσμενείς εξωγενείς παράγοντες οριακά μόνο εμφανίζεται να έχουν επηρεάσει την παγκόσμια ανάπτυξη. Η ήπια επιβράδυνση θα μπορούσε κάλλιστα να αποδοθεί στην φυσιολογική κόπωση των αγορών από την επί δεκαετία ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας με μέσο ρυθμό εγγύτατα του 4%, ενώ κατά την πρόσφατη περίοδο 2003-2006 ο ρυθμός αυτός εγγίζει το 4,5%!

Είναι πολύ ενθαρρυντική η νέα πραγματικότητα, την οποία αποκαλύπτουν τα γεγονότα. Αναφερόμαστε στον υψηλό βαθμό ανθεκτικότητας που επιδεικνύει η παγκόσμια οικονομία σε δυσμενείς εξωγενείς παράγοντες, οι οποίοι σε παλαιότερες εποχές προκαλούσαν εμφανείς υφεσιακές καταστάσεις. Πράγματι, είναι τελείως οριακή η αναπτυξιακή επιβράδυνση που παρατηρήθηκε και προβλέπεται και για το προσεχές έτος για όλες τις περιοχές, με μικρές εξαιρέσεις, όπου ούτως ή άλλως ενδημούν σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία). Πάντως, είναι ενδιαφέρον να παρατηρηθεί ότι περιοχές που ευνοήθηκαν τα μέγιστα από την αύξηση της τιμής του πετρελαίου, όπως είναι η Ρωσία και η Μέση Ανατολή, όχι μόνο δεν επιτάχυναν την ανάπτυξή τους, αλλ’ αντιθέτως διακρίθηκαν για την συγκριτικά μεγαλύτερη επιβράδυνση του ρυθμού αναπτύξεως. Αντιθέτως, οι πλεονασματικές πετρελαιοπαραγωγές χώρες της Αφρικής εμφανίζουν κατά μέσον όρο ορατή επιτάχυνση του ρυθμού αναπτύξεως.

Έναντι 5,1% ρυθμού αναπτύξεως το 2004, για το τρέχον και προσεχές έτος, εκτιμάται περιορισμός του ρυθμού σε 4,3%, ποσοστό υψηλότερο του μέσου όρου της τελευταίας δεκαετίας. Όπως επισημάνθηκε και στην προηγούμενη έκθεση, η ανάπτυξη είναι και προβλέπεται ανισομερής. Η ανάπτυξη εξακολουθεί να είναι ισχυρή στην αναπτυσσόμενη Ασία (7,8% και 7,2% για το 2005 και 2006 αντίστοιχα), την Κίνα, την Ινδία αλλά και το Πακιστάν, καθώς και αρκετές άλλες χώρες με ρυθμούς υψηλότερους του 5%. Η Λατινική Αμερική εξακολουθεί να αναπτύσσεται με χαλαρό ρυθμό (περίπου 4%), ενώ η ουραγός σε ανάπτυξη Αφρική αναπτύσσεται με ταχύτερο ρυθμό, τουλάχιστον κατά την τετραετία 2003-2006.

Εν συνόψει, οι αναπτυσσόμενες χώρες, ως σύνολο, πραγματοποιούν αξιόλογη ανάπτυξη κυμαινόμενη στο διάστημα 6,1% (2006) μέχρι 7,3% (2004). Οι αναπτυγμένες οικονομίες, αντιθέτως, εξαιτίας βασικώς της περιοχής της Ευρωζώνης, όπου ο ρυθμός αναπτύξεως έχει στρατοπεδεύσει στο 2%, αναπτύσσονται κατά τα πρόσφατα έτη με ρυθμό χαμηλότερο του ημίσεως του ρυθμού των αναπτυσσομένων. Αλλά και ο ρυθμός αυτός 2,5% (2005) και 2,7% (2006) συντηρείται χάρη στην ταχύτερη ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας, η οποία είναι σχεδόν διπλάσια εκείνης της Ευρωζώνης. Ευχάριστη έκπληξη αποτελεί η ιαπωνική οικονομία, η οποία φαίνεται να έχει αποκολληθεί από την μηδενική ανάπτυξη, δεν είναι δε καθόλου απίθανο τόσο κατά το τρέχον έτος όσο και κατά το επόμενο να πραγματοποιήσει ανάπτυξη υψηλότερη του 2%. Ιδιαιτέρως ταχεία υπήρξε η αύξηση του παγκόσμιου εμπορίου, το οποίο πυροδοτήθηκε από την συνεχιζόμενη πρωτοφανή ανάπτυξη της Κίνας (9,0 - 9,5%), αλλά και άλλων χωρών της Ασίας και, βεβαίως, των Η.Π.Α., αντανακλάται δε εμφανώς στην έξαρση των τιμών διεθνών εμπορευμάτων, όπως είναι τα μέταλλα και τα καύσιμα.

Η ενδυνάμωση της οικονομικής μεγεθύνσεως στηρίχθηκε στην συνύπαρξη πολλών παραγόντων που επηρεάζουν ευμενώς επενδύσεις και κατανάλωση, αλλά και εξαγωγές, ιδία για χώρες με υψηλή εξάρτηση από τις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών. Οι παράγοντες αυτοί είναι τα χαμηλά πραγματικά επιτόκια, οι διασταλτικές μακροοικονομικές πολιτικές, οι οποίες αποτυπώνονται ευκρινώς σε διεύρυνση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων σε πολλές μείζονος σημασίας οικονομίες, οι επιδράσεις από τα θετικά αποτελέσματα πλούτου που προήλθαν από τις ιστορικώς υψηλές τιμές των ακινήτων παγκοσμίως και την ανάκαμψη των κεφαλαιαγορών, ασφαλώς δε, και η ισχυρότατη ανάπτυξη χωρών, όπως η Κίνα και η Ινδία, για να αναφέρουμε τους σημαντικότερους.

Οι λόγοι για τους οποίους προβλέπεται υποχώρηση του ρυθμού αναπτύξεως της παγκόσμιας οικονομίας είναι σε κάποιο βαθμό κοινοί για όλες τις περιοχές, υπάρχουν, ωστόσο, διαφοροποιήσεις κατά περιοχή και χώρα. Ο υψηλός ρυθμός αναπτύξεως (4,4%) της αμερικανικής οικονομίας κατά το 2004 θεωρείται μη διατηρήσιμος, διότι η νομισματική και δημοσιονομική επεκτατική πολιτική έχει φθάσει στα όρια της, ενόψει του υψηλού δημοσιονομικού ελλείμματος και του υψηλού - και με τάσεις διευρύνσεως - ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Η Ιαπωνία εξακολουθεί να ταλανίζεται από την κατάσταση αποπληθωρισμού, στην οποία περιήλθε από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90, η δε πρόσφατη ανάκαμψη για το 2004 χαρακτηρίζεται ως ήπια. Η επιβράδυνση του φρενήρους ρυθμού αναπτύξεως της Κίνας και της ευρύτερης περιοχής της Ν.Α. Ασίας-Ειρηνικού αποτελεί μια φυσιολογική αποσυμπίεση, ενόψει και της συνεχιζόμενης υψηλής τιμής των καυσίμων, αλλά και της και εξ άλλων λόγων οικονομικής επιβραδύνσεως του ανεπτυγμένου κόσμου. Οι κίνδυνοι από το υποτιμημένο κινεζικό νόμισμα έχουν σε κάποιο βαθμό παρέλθει. Υπάρχει, ωστόσο, ο κίνδυνος απότομων προσαρμογών των συναλλαγματικών ισοτιμιών ενόψει των συνεχιζόμενων ανισορροπιών στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών.

Η επιβράδυνση της αναπτύξεως συμπορεύτηκε με συγκράτηση του παγκόσμιου πληθωρισμού στα ίδια επίπεδα (πλησίον του 4%) λόγω της αυξήσεως της τιμής του πετρελαίου· αύξηση η οποία μπορεί να χαρακτηρισθεί ως συγκυριακή. Υπογραμμίζει δε την συγχρονισμένη διεθνώς άσκηση πολιτικών που ενισχύουν τη νομισματική σταθερότητα. Μικρή επιτάχυνση σημειώνεται στις Η.Π.Α. από 2,7% το 2004 σε 3,1% και 2,8% αντιστοίχως για το 2005-2006. Στην Ευρωζώνη, ουραγό στην παγκόσμια ανάπτυξη, ο ρυθμός του πληθωρισμού παρέμεινε στα επίπεδα του 2004 (2,1%), προβλέπεται δε να μειωθεί στο 1,8% το 2006. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται κυρίως στις οικονομίες της Γαλλίας και Γερμανίας, όπου ο πληθωρισμός αποκλιμακώθηκε έτι περαιτέρω. Επιτάχυνση παρατηρήθηκε στις χώρες σε μετάβαση, λόγω ΚΑΚ, ενώ στις λοιπές αναπτυσσόμενες χώρες οι πληθωριστικές πιέσεις, παρά την ταχεία ανάπτυξη και έξαρση της τιμής του πετρελαίου, παρέμειναν στα ίδια επίπεδα εν συνόλω, ενώ για το 2006 προβλέπεται μικρή αποκλιμάκωση.

Τέλος, επισημαίνεται, σε γενικούς όρους, το πρόβλημα της ανισορροπίας στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών τόσο μεταξύ ευρυτέρων περιοχών όσο και μεταξύ χωρών. Οι ανεπτυγμένες οικονομίες, ως σύνολο, παρουσιάζουν έλλειμμα της τάξεως του 1,3 - 1,4%, κυρίως εξαιτίας του ελλείμματος των Η.Π.Α. (6,1%), το οποίο εξουδετερώνει σε υψηλό βαθμό το κατά μέσο όρο πλεονασματικό ισοζύγιο των λοιπών ανεπτυγμένων. Όπως επισημαίνεται στην πρόσφατη έκθεση του IMF για την παγκόσμια οικονομία, στην καρδιά του προβλήματος αυτού βρίσκεται η ανισορροπία του ‘ισοζυγίου’ αποταμίευση - επένδυση στην παγκόσμια οικονομία.

Οι αβεβαιότητες που περιβάλλουν τις ανωτέρω εκτιμήσεις για τις πιθανές εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία κατά το προσεχές έτος είναι πολλές και μεγάλες. Παράγοντες, όπως η τιμή του πετρελαίου, η ισοτιμία του ευρώ, οι υψηλές τιμές βασικών πρώτων υλών, οι συγχρονισμένες υψηλές τιμές των ακινήτων, οι πληθωριστικές πιέσεις στην Κίνα, οι μεγάλες ανισορροπίες στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών, τα μεγάλα ελλείμματα δημοσιονομικής διαχειρίσεως και ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στις Η.Π.Α., δεν εγκλείουν μόνο κινδύνους, αλλά και δυνατότητες.

Εκτιμούμε, ότι η πιθανότητα να αποδειχθεί αισιόδοξη η πρόβλεψη για τις παγκόσμιες εξελίξεις είναι μικρότερη από τη πιθανότητα να αποδειχθούν συντηρητικές. Η μεγάλη απορροφητικότητα του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος σε κραδασμούς είναι ενισχυμένη, όπως είναι και ο βαθμός ανεξαρτησίας της αναπτύξεως των αναπτυσσομένων χωρών από τα συμβαίνοντα στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Οι εξυγιάνσεις των δημοσιονομικών και η συγκράτηση του κόστους εργασίας σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και η ομοιομορφία των ad hoc πολιτικών σε διεθνές επίπεδο για την αντιμετώπιση κρίσεων έχουν ενισχύσει τις αντοχές του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Εξάλλου, ο παραλογισμός που διέπει την αγορά πετρελαίου τρεχόντως δεν είναι διατηρήσιμος, διότι δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά δεδομένα της πετρελαϊκής οικονομίας.

Share |
Σχολίασε κι εσύ...












* Τα πεδία με "*" είναι υποχρεωτικά.
* Δεν επιτρέπεται κώδικας HTML.
* Το Email και το Τηλέφωνό σας δεν θα εμφανίζονται.
Ads by TDN

Μικρά & Ενδιαφέροντα

Παρουσιάσεις Εταιριών

Παρουσιάσεις Προϊόντων

Οι αναγνώστες μας στο Facebook

Αγγελίες

Μια Φωτογραφία μιλάει

Συνέδρια - Ημερίδες - Εκθέσεις

Φωτορεπορτάζ

Οι αναζητήσεις του Μορφέα

Ημερολόγιο Τουριστικών Εκθέσεων

↑ top