Ροή Ειδήσεων:

Smalled text size Larger text size

Ορεινοί όγκοι και τουρισμός: Μια χωρο-χρονική προσέγγιση

30 Νοέμβριος -1, 00:00

Ορεινοί όγκοι και τουρισμός: Μια χωρο-χρονική προσέγγιση

Στέλιος Βαρβαρέσος*
Μάριος Σωτηριάδης** * Ο Στέλιος Βαρβαρέσος είναι Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Τουριστικών Επιχειρήσεων του Τ.Ε.Ι Λαμίας. Stelios Varvaressos is Assistant Professor at the Department of Tourism Enterprises, TEI of Lamia.
** Ο Μάριος Σωτηριάδης είναι Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Τουριστικών Επιχειρήσεων του Τ.Ε.Ι Κρήτης. Marios Soteriades is Assistant Professor of the Department of Tourism Enterprises, TEI of Crete.
Abstract Since the second half of the 20th century, mountain chains constitute notable tourism destinations for almost the total of the developed countries. A series of anthropological motives, combined with the mountain chains’ geographical traits and climate conditions and the activation of leisure and sports activities have led internationally to the transformation of a considerable number of mountain spatial units into attractive tourism hosting zones. The determinant factors were the landscape’s quality, the local authenticity and the tourist services’ quality. These factors have influenced considerably the activation of demand for tourist products and services into mountain chains and, par extension, to the creation of the initial tourist flows. The sports and recreational activities related to skiing have contributed to the gradual development of these flows and the implemented ski resorts have rendered more accessible and popular the mountain tourism and skiing. This paper focuses on the mountain tourism’s developments and seeks to highlight the main characteristics of these evolutions. Περίληψη Οι ορεινοί όγκοι, από το δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα αποτελούν αξιόλογους τουριστικούς προορισμούς για το σύνολο σχεδόν των οικονομικά ανεπτυγμένων χωρών. Η διαμόρφωση ενός αριθμού κινήτρων ανθρωπολογικής φύσης (αρχέγονες αναζητήσεις των ατόμων), σε συσχετισμό με τα γεωμορφολογικά – κλιματολογικά χαρακτηριστικά των ορεινών όγκων και την ενεργοποίηση δραστηριοτήτων αθλητικο-αναψυχικού τύπου (χιονοδρομία), οδήγησαν διεθνώς στην μετατροπή ενός μεγάλου αριθμού ορεινών χωρικών ενοτήτων σε αξιόλογες ζώνες υποδοχής τουριστών. Η ποιότητα του φυσικού τοπίου, η αυθεντικότητα των τοπικών πληθυσμών και η ποιότητα των προσφερομένων υπηρεσιών, επέδρασαν δυναμικά στην ενεργοποίηση της ζήτησης για αγαθά και υπηρεσίες των ορεινών όγκων και κατ’ επέκταση στην διαμόρφωση των πρώτων τουριστικών ροών. Η αθλητικό-αναψυχική δραστηριότητα της χιονοδρομίας συνέβαλε στη διαχρονική μεγέθυνση των τουριστικών ροών προς τους ορεινούς όγκους και οι σταθμοί χειμερινών αθλημάτων στον εκδημοκρατισμό του ορεινού – χιονοδρομικού τουρισμού. 1. Εισαγωγή Στις οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες, οι ορεινοί όγκοι αντιπροσωπεύουν από το δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα, σημαντικότατους τουριστικούς προορισμούς. Ωστόσο, η σύνδεση μεταξύ ορεινών όγκων και τουρισμού, καθώς και ο εκδημοκρατισμός των ενεργοποιημένων σ’αυτούς διακοπών και αθλητικό-αναψυχικών δραστηριοτήτων, επιτεύχθηκε σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο αιώνων. Στην παρούσα χρονική περίοδο η υιοθέτηση και ενεργοποίηση αθλητικό-αναψυχικών δραστηριοτήτων, σε χωρικές ενότητες των ορεινών όγκων, χαρακτηρίζεται ως φυσική απόρροια μιας εξελικτικής πορείας οικονομικό-τεχνολογικής και κοινωνικό-ανθρωπολογικής μορφής (Ηγουμενάκης 2000: 24-30). Η διαμόρφωση μιας προβληματικής ως προς την επιστημονική ανάλυση και παρουσίαση του συγκεκριμένου θέματος, μπορεί να περιστραφεί γύρω από δύο βασικές έννοιες κλειδιά, «τους ορεινούς όγκους» ή «τις ορεινές χωρικές ενότητες» και «τον τουρισμό». Η εννοιολογική προσέγγιση των παραπάνω προσδιορίζεται από:

  • Τις διαμορφούμενες σχέσεις μεταξύ μιας οικονομικής δραστηριότητας (τουρισμός) και ενός χωρικά οριοθετημένου φυσικού περιβάλλοντος (ορεινοί όγκοι).
  • Έναν αριθμό περιοριστικών όρων / μεταβλητών που ορίζει η γεωμορφολογία / ιδιαιτερότητα των ορεινών όγκων.
  • Τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιδράσεις της τουριστικής δραστηριότητας στο χωρικά οροθετημένο φυσικό περιβάλλον (ορεινοί όγκοι)
Οι ορεινοί όγκοι, ως ιδιαίτερες χωρικές ενότητες (φυσικό περιβάλλον) δεν αντιπροσωπεύουν μόνον γεωγραφικές ενότητες αποτελούμενες από αλπικές και υπο-αλπικές ζώνες, αλλά εκλαμβάνονται ως ζώνες συλλογικού ενδιαφέροντος (κοινωνικό-οικονομική διάσταση) και ως μια αρχέγονη μορφή ανθρώπινης αναζήτησης / προσέγγισης του φυσικού περιβάλλοντος. Ως προς την κοινωνικό-εθνολογική διάσταση, οι ορεινοί όγκοι φαίνεται να εμφανίζουν ομοιότητες και διαφοροποιήσεις, απόρροια των ενυπαρχόντων πολιτιστικών προτύπων από χώρα σε χώρα και από γεωγραφική ενότητα σε γεωγραφική ενότητα, οι οποίες αποτελούν συστατικά στοιχεία των ενεργοποιημένων τουριστικών δραστηριοτήτων και της τυπολογίας τους, καθώς και της χωρικής διευθέτησής τους. Το υποκείμενο «ορεινοί όγκοι», οφείλει ως εκ τούτου να αναλυθεί και να προσεγγιστεί / οριοθετηθεί ως μια αντιπροσωπευτική μεταβλητή του φυσικού και κοινωνικό-οικονομικού περιβάλλοντος, ανταποκρινόμενη στα πολιτιστικά και κοινωνικό-οικονομικά χαρακτηριστικά / πρότυπα των χωρών / κοινωνιών δημιουργίας και προέλευσης των τουριστικών ροών. Η παρούσα δημοσίευση διαρθρώνεται σε πέντε ενότητες. Η πρώτη και η δεύτερη ενότητα αναφέρονται στους ορεινούς όγκους και στον τουρισμό, ως μέρη του υφιστάμενου κοινωνικό-οικονομικού συστήματος, καθώς και στα κίνητρα ενεργοποίησης των τουριστικών μετακινήσεων / δραστηριοτήτων σε ορεινές χωρικές ενότητες. Στην τρίτη και την τέταρτη ενότητα αναλύονται τα στερεότυπα που διαμορφώνονται στους πληθυσμούς των ορεινών όγκων, ως χωρικές ενότητες υποδοχής των τουριστών καθώς και η αθλητικό-αναψυχική δραστηριότητα της χιονοδρομίας (σκι) ως κατ’ εξοχήν παράγοντας τουριστικής ανάπτυξης. Στην πέμπτη ενότητα επιχειρείται η αναλυτική παρουσίαση του πλαισίου ανάπτυξης τουριστικών και αναψυχικών δραστηριοτήτων στους ορεινούς όγκους. 2. Ορεινοί όγκοι – τουρισμός και κοινωνικό-οικονομικό σύστημα Οι αναφορές / μελέτες σχετικά με τους ορεινούς όγκους, δεδομένης μιας ακολουθίας περιοριστικών συνθηκών, ταυτοσήμων των εννοιών «ορεινοί όγκοι και τουρισμός», «πολιτιστικά πρότυπα και τόποι προέλευσης των τουριστών», ως επί το πλείστον επικεντρώνονται στους ορεινούς όγκους της κεντρικής Ευρώπης, εκλαμβανόμενοι ως κύρια συστατικά του Ευρωπαϊκού πολιτισμού και της κοινωνικό-οικονομικής ανάπτυξης (Debarbieux 1990: 7-38). Αντίθετα, οι αναφορές / αναλύσεις για τον υπόλοιπο κόσμο είναι περιορισμένες ή και ανύπαρκτες. Η παραπάνω διαπίστωση απορρέει από μια σειρά παραγόντων όπως :
  • Συγκεκριμένοι τύποι εικόνων, αποδιδόμενοι στους ορεινούς όγκους, τοπικής, εθνικής ή και διεθνούς αναγνωρισιμότητας, απαντώνται στα πολιτιστικά πρότυπα πολλών χωρών. Οι τυπολογίες των εικόνων, συχνά αντανακλούν τις πρακτικές ετερογενών πληθυσμών, εγκατεστημένων στους ορεινούς όγκους (Bozonnet 1992).
  • Οι πολιτιστικοί και οικονομικοί πυρήνες που αποτελούν την πηγή των τουριστικών ροών και κατ’ επέκταση την δυναμική ενεργοποίησης των τουριστικών / αναψυχικών δραστηριοτήτων στους ορεινούς όγκους, είναι ολιγάριθμοι σε διεθνές επίπεδο.
  • Ο τουρισμός, ως πρότυπο κοινωνικής ιεράρχησης / διαβάθμισης, αποτελεί μια δραστηριότητα ταυτόσημη μιας ενιαίας χωρικά πολιτιστικής δομής των δυτικών κοινωνιών.
  • Τα κίνητρα των κατοίκων των ανεπτυγμένων οικονομικά χωρών, για δραστηριότητες αθλητικό-αναψυχικού τύπου στους ορεινούς όγκους, παρουσιάζουν μια διαχρονική εξέλιξη και μια χωρική επέκταση που συμπεριλαμβάνουν το σύνολο σχεδόν των πιο αξιόλογων ορεινών όγκων σε διεθνές επίπεδο.
  • Ένας μεγάλος αριθμός ορεινών χωρικών ενοτήτων διεθνώς, στα πλαίσια των ενεργοποιουμένων τουριστικών μετακινήσεων και δραστηριοτήτων, ενσωματώθηκε σ’ ένα κοινό σύστημα αξιών, δομημένο και ιεραρχημένο σύμφωνα με ένα δυτικού τύπου οικονομικό σύστημα.
  • Οι απορρέουσες συνέπειες της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας και η μεταφορά καταναλωτικών προτύπων δυτικού τύπου, επέδρασαν καταλυτικά, σε βαθμό που έννοιες και μορφές του ορεινού τουρισμού, υιοθετήθηκαν από τοπικούς πληθυσμούς διεπόμενους από διαφορετικά πολιτιστικά πρότυπα (Barberis 1992: 65-76).
  • Στις πρακτικές / δραστηριότητες των ανωτέρων εισοδηματικών τάξεων πολλών χωρών, παρατηρείται ότι προστίθεται και ο ορεινός τουρισμός, δυτικού ωστόσο τύπου, ενεργοποιημένος χωρικά σε φυσικές και πολιτιστικές ενότητες τελείως διαφορετικές εκείνων που επέτρεψαν την εμφάνιση και ανάπτυξη της συγκεκριμένης μορφής τουρισμού στην κεντρική Ευρώπη, δύο αιώνες πριν.
Η παράθεση των παραπάνω παραγόντων φαίνεται να οδηγεί στην διαπίστωση ότι, η υιοθέτηση και η εφαρμογή / ανάπτυξη ενός προτύπου ορεινού τουρισμού δυτικού τύπου, δημιουργήθηκε από το σύνολο σχεδόν των χωρών, έστω και αν τα υποσυστήματα «ορεινοί όγκοι» και «κοινωνικές δομές», υπήρξαν πολύ διαφορετικά και χωρικά απομεμακρυσμένα μεταξύ τους. 3. Τα κίνητρα ενεργοποίησης των τουριστικών μετακινήσεων / δραστηριοτήτων στους ορεινούς όγκους Στα πλαίσια της ανάλυσης των τουριστικών δραστηριοτήτων που αναπτύχθηκαν στους ορεινούς όγκους, μπορεί να θεωρηθεί ως απλοϊκή και παράλληλα περιοριστική η αντίληψη, ότι τα ορεινά τοπία εκλαμβάνονται ως κατ’ εξοχήν κίνητρα ενεργοποίησης των ανθρωπίνων μετακινήσεων. Τα τουριστικά κίνητρα ουδέποτε υπήρξαν εμφανή και σταθερά / αμετάβλητα. Πάντοτε διέπονταν ιστορικά και πολιτιστικά, από την σχετικότητα (Τσάρτας 1996: 195-208). Η ελκυστικότητα του ορεινού τοπίου δεν θεωρήθηκε, σ’ όλες τις περιπτώσεις, ως κίνητρο τουριστικής μετακίνησης και ενεργοποίησης τουριστικής κατανάλωσης, όπως δεν αποτελεί, ακόμα και σήμερα, κύριο κίνητρο διακοπών για μεγάλο μέρος των δυνητικών τουριστών. Θα πρέπει να υπογραμμιστεί, ότι τα κίνητρα δεν περιορίζονται μόνο στην ελκυστικότητα του ορεινού τοπίου, ως παράγοντα ενεργοποίησης της τουριστικής μετακίνησης. Τα κίνητρα που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη και αποδοχή / υιοθέτηση του ορεινού τουρισμού, πηγάζουν από ζωτικές και εσωτερικής φύσης αναζητήσεις των ατόμων, καθώς και από την δυνατότητα των ορεινών όγκων να ικανοποιήσουν τέτοιου τύπου αναζητήσεις. Είναι προφανές ότι η δυνατότητα αυτή σχετίζεται επιπλέον με το σύνολο των εικόνων που διαμορφώνουν τα άτομα για τους ορεινούς όγκους και τα γεωμορφολογικά τους χαρακτηριστικά (Cazes 1992: 76-101). Μερικές από τις διαμορφούμενες αναζητήσεις και εικόνες, φαίνεται να έχουν έναν κοινά αποδεκτό χαρακτήρα, ανθρωπολογικής ή και κοινωνικό-πολιτικής φύσης. 3.1 Το ανθρωπολογικό υπόβαθρο των τουριστικών κινήτρων Ορισμένες από τις εικόνες που διαμορφώνουν τα άτομα για τους ορεινούς όγκους, χαρακτηρίζονται ως ανθρωπολογικής φύσης και ερμηνεύουν σε μεγάλο βαθμό τα τουριστικά κίνητρα. Στις περισσότερες εθνικές παραδόσεις, αναφορικά με την δημιουργία, διαφαίνεται μια κάθετη δόμηση του κόσμου, όπου ένας νοητός άξονας συνδέει τον ουρανό με τη γη. Αυτός ο νοητός άξονας διασφαλίζει την επικοινωνία μεταξύ ουρανού και γης και χρησιμεύει ως σημείο χωρικής διάταξης και οργάνωσης της γήινης επιφάνειας. Η υλική υπόσταση αυτού του άξονα συνήθως μορφοποιούνταν στους ορεινούς όγκους, οι οποίοι διασφάλιζαν παράλληλα και μια λατρευτική / συμβολική λειτουργία όπως το όρος Merou για τους Ινδουιστές, ο ΄Όλυμπος για τους αρχαίους Έλληνες, το Baïgura για τους Βάσκους κ.λπ. Στις εθνικές παραδόσεις περί δημιουργίας του κόσμου, διαμορφώνεται επίσης μια εικόνα των ορεινών όγκων, ως τόπος εμφάνισης του ανθρωπίνου γένους και ανεύρεσης των πρώτων ενδείξεων γήινης ζωής, π.χ. το όρος Kaílas στα σύνορα Θιβέτ και Νεπάλ, το Ararat στην Τουρκία, το Ancamasca στο Περού, το Tendona στο Σικίμ (Ινδία) … κ.λπ. Στις ¶νδεις μια αρχέγονη παράδοση συνίσταται στον ενταφιασμό των νεκρών στις κορυφές των ορεινών όγκων. Οι ορεινοί όγκοι, φαίνεται ως εκ τούτου, να αντιπροσωπεύουν διακριτές γεωγραφικές ενότητες του γήινου κόσμου, που επιχειρούν να διασφαλίσουν την συμβολική λειτουργία της ανεύρεσης και του προσανατολισμού / προσδιορισμού στον χώρο και στον χρόνο. Η ύπαρξη γεωλογικών φαινομένων, όπως οι αιώνιοι παγετώνες και τα ηφαίστεια, διαμόρφωσαν θρησκευτικές / λατρευτικές ανθρώπινες εκδηλώσεις και έχρησαν τους αντιστοίχους τόπους, ιερούς π.χ. τα ενεργά ηφαίστεια του Bromo και του Merapi στην Ιάβα (Ινδονησία). Ουσιαστικά, το σύνολο των στοιχείων που συνθέτουν τους ορεινούς όγκους, άλλοτε «ελκυστικά και λατρευτικά» και άλλοτε «εχθρικά και αποτρόπαια», αντανακλά την βαρύτητα αλλά και την δυναμική των ορεινών όγκων στην διαμόρφωση ενός συστήματος εικόνων που συχνά λαμβάνουν τον χαρακτηρισμό του «εξαιρετικού». 3.2. Η ενεργοποίηση των ορεινών δραστηριοτήτων Η λατρευτική υπόσταση σύμφωνα με τις αρχέγονες παραδόσεις, η διασφάλιση κάθετης επικοινωνίας μεταξύ ουρανού και γης και η χώρο-χρονική διάσταση κατέστησαν τους ορεινούς όγκους βασική συνισταμένη των παραδοσιακών κοινωνιών, όπου ο άνθρωπος διαδραματίζει κύριο ρόλο. Ο άνθρωπος που επιτυγχάνει να διεισδύσει / αναρριχηθεί στους ορεινούς όγκους μετατρέπεται σε ήρωα, ευνοημένο των θεών, ή απλά σ’ έναν προσκυνητή που αναζητά την περισυλλογή. Η αναρρίχηση του ανθρώπου στους ορεινούς όγκους, ερμηνεύεται ως μια πραγματική μύηση που τον μετουσιώνει, τον εξαγνίζει και τον αναζωογονεί φυσικά και πνευματικά. Τα αποτελέσματα από την παραμονή του ανθρώπου σε μεγάλα υψόμετρα ενισχύουν ακόμα περισσότερο το παραπάνω. 3.3. Η τουριστική διάσταση της εικόνας των ορεινών όγκων Το ανθρωπολογικό υπόβαθρο των ορεινών όγκων, ώθησε στην οργάνωση των πρώτων εξερευνητικών αποστολών. Κατά την διάρκεια του 18ου αιώνα οργανώνεται μια αποστολή στην Val d’Aoste προκειμένου να επαληθευτεί εάν ο παράδεισος ήταν εκεί, ενώ ανάλογες αποστολές στις ¶λπεις είχαν σαν κύριο κίνητρο την ανακάλυψη του «θαυμαστού» των αιώνιων παγετώνων, των απόκρημνων χαραδρών και των άφθονων πηγών (Janin 1976). Η εικόνα του μεταφυσικού ως κύριο συστατικό της δημιουργίας φαίνεται να παραμερίζεται από τον σύγχρονο τεχνολογικό πολιτισμό των δυτικών κοινωνιών. Ωστόσο έστω και αν αυτές οι εικόνες εξοβελίστηκαν από τις αρχέγονες παραδόσεις περί δημιουργίας του κόσμου, προστέθηκαν στα κίνητρα ενεργοποίησης των σύγχρονων τουριστικών δραστηριοτήτων στους ορεινούς όγκους. Σύμφωνα με το συγκεκριμένο, φιλοσοφικού τύπου πλαίσιο, μπορούν να καταγραφούν η σωματική και πνευματική ευεξία των ατόμων που συμμετέχουν σε αναρριχήσεις ορεινών όγκων, η μεταφυσική υπόσταση απομεμακρυσμένων ορεινών χωρικών ενοτήτων μέσω της ύπαρξης μυθικών πλασμάτων π.χ. Yeti, (Ιμαλάια), η υψηλή ποιότητα των περιβαλλοντικών πόρων κ.λπ. Ως εκ τούτου, η διαμόρφωση μιας ακολουθίας εικόνων σχετικών με τις παραδόσεις περί δημιουργίας του κόσμου και σύγχρονου τουρισμού, φαίνεται να ισχυροποιεί την άποψη ότι ο τουρισμός συχνά προβαίνει στην διάχυση / επικαιροποίηση των εικόνων των ορεινών όγκων, μέσω της εμπορικοποίησής τους. Οι εικόνες που ενεργοποιούν και συνοδεύουν τις τουριστικές δραστηριότητες στους ορεινούς όγκους, επιχειρούν να συνδυάσουν στοιχεία του φυσικού τοπίου, των πραγματοποιούμενων αθλητικό-αναψυχικών δραστηριοτήτων και του οικονομικού – κοινωνικού – πολιτιστικού περιβάλλοντος στα οποία εντάσσεται, διαμορφώνεται και λειτουργεί το συγκεκριμένο «υποσύστημα τουρισμός» (Cazes 1992:83-85). 3.4. Φυσικό περιβάλλον και ορεινός τουρισμός Η διευρυμένη αντίληψη περί του ορεινού φυσικού τοπίου, η οποία διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στην διαμόρφωση των σύγχρονων τουριστικών κινήτρων, εμφανίζεται τον 18ο αιώνα στην Ευρώπη με τις ακόλουθες μορφές: 3.4.1. Το τοπίο διάκοσμος Μια αξιόλογη πολυδιάστατη πολιτιστική δημιουργία πλαισιώνει την ανάδυση μιας νέας τάσης, η οποία σε σύντομο χρονικό διάστημα λαμβάνει λογοτεχνική μορφή και αποδεικνύει ότι το αισθητικό μοντέλο υπερισχύει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ορισμένες χωρικές ενότητες των ορεινών όγκων, φαίνεται να οφείλουν την τουριστική τους ανάπτυξη στην λογοτεχνική τους υπόσταση και στην ανάδειξή τους μέσα από τα κείμενα γνωστών συγγραφέων όπως π.χ. το Vallais από τον Rousseau και το Lake District από τον Wordsworth. Η καλή ορατότητα του ορεινού όγκου των ¶λπεων από τα Ελβετικά αστικά κέντρα, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ανακάλυψή τους και την διαμόρφωση συγκεκριμένου τύπου εικόνων, αισθητικής κυρίως μορφής. Αυτή υπήρξε η εξωγενής και χωρικά απομεμακρυσμένη των ορεινών όγκων άποψη, η οποία συνέβαλε στην διαμόρφωση μιας νέας αισθητικής ως προς τις ¶λπεις (Chabert 1993: 51-64). Η αποδοχή και η εξάπλωση αυτής της νέας αισθητικής, συνοδεύτηκε από αυξητικές τάσεις των μετακινήσεων των κατοίκων των αστικών κέντρων με κύριο κίνητρο την παρατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος των ορεινών όγκων και της φυσικής ιστορίας, από πολλούς φυσιοδίφες όπως ο H. B. de Saussure. Η αισθητική και ο υψηλός βαθμός ικανοποίησης που παρείχε το τοπίο των ορεινών όγκων στις αρχέγονες αναζητήσεις των επισκεπτών, διαμόρφωσαν νέους τύπους κινήτρων στους δυνητικούς ταξιδιώτες, συναφών με την ανακάλυψη, την καλαισθησία και την κατανόηση των εσωτερικών αναζητήσεων (Freschi 1993: 31-49). 3.4.2. Το φυσικό τοπίο Η έννοια του «παρθένου / άγριου» φυσικού τοπίου διαδραματίζει όλο και μεγαλύτερο ρόλο στην διαμόρφωση της εικόνας των ορεινών όγκων. Σε χώρες όπως η Βόρεια Αμερική, η Αυστραλία και η Κεντρική Ευρώπη η έννοια του «Wilderness» (Κομίλης 2001: 108-114) εμπεριέχει μια υπερφυσική / μυστικιστική διάσταση με προεκτάσεις που ανάγονται στην ίδια την γέννηση του κόσμου. Σ’ αυτό το φιλοσοφικό / ιδεολογικό πλαίσιο βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό η δημιουργία των πρώτων Αμερικανικών πάρκων στο Yosemite και Yellowstone. Στην συνέχεια δημιουργήθηκαν τα εθνικά πάρκα στην Ευρώπη, κατ’ εξοχήν χωροθετημένα σε ορεινές χωρικές ενότητες (Lachaux 1980: 85-90): Engadine (1912, Ελβετία), Bérarde (1913, Γαλλία), Covadonga (1918, Ισπανία), Grand Paradis (1922, Ιταλία). Κύρια επιδίωξη υπήρξε η προστασία του φυσικού τοπίου σε συσχετισμό με ένα αξιόλογο φυσικό περιβάλλον. Η αντίληψη περί ορεινών χωρικών ενοτήτων πλαισιωμένων με μουσεία, τόπους παρατήρησης και κέντρα έρευνας είναι περισσότερο από ποτέ άλλοτε ισχυρή στις ανεπτυγμένες χώρες. 4. Οι ορεινές κοινωνίες υποδοχής των τουριστών Δύο στερεότυπα διαμορφώνονται αναφορικά με τον τρόπο ζωής των κατοίκων των ορεινών χωρικών ενοτήτων της κεντρικής Ευρώπης. Το πρώτο στερεότυπο αναφέρεται στην χρονική περίοδο που διαρκεί έως το ήμισυ του 19ου αιώνα και απεικονίζει τους κατοίκους των εν λόγω ενοτήτων, ως άτομα με ήθη και έθιμα που οφείλονται στον φυσικό περίγυρο και την απομάκρυνσή τους από τα αστικά κέντρα. Το δεύτερο στερεότυπο αναφέρεται στην χρονική περίοδο που έπεται του δεύτερου ημίσεως του 19ου αιώνα, είναι αντίθετο του πρώτου και εμφανίζει την εικόνα των κατοίκων των ορεινών χωρικών ενοτήτων ως αρχαϊκή και οπισθοδρομική. Φυσικά το δεύτερο στερεότυπο εμφανίζει τους κατοίκους των ορεινών περιοχών στους δυνητικούς επισκέπτες, ως κακούς ή μέτριους διαχειριστές των υπηρεσιών υποδοχής, εφόσον αποδέχονται την διαιώνιση ενός αρχαϊκού κοινωνικό-οικονομικού συστήματος. Σύμφωνα με τα παραπάνω, από το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα συνυπάρχουν δύο διαφορετικά στερεότυπα στις ¶λπεις, σχετικά με τους ορεινούς πληθυσμούς: «ο καλός – απολίτιστος κάτοικος» και «ο οπισθοδρομικός κάτοικος» των ¶λπεων. Η ανάδειξη των παραπάνω στερεοτύπων υπήρξε βασικά απόρροια της γεωμορφολογικής διαμόρφωσης και της κοινωνικό-οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης του ορεινού όγκου των ¶λπεων και πιο συγκεκριμένα (Knafou 1994:59-75):
  • Της χαμηλής εισοδηματικής διαστρωμάτωσης των ορεινών πληθυσμών.
  • Της αυτάρκειας που διακρίνει το σύνολο των παραγωγικών διαδικασιών.
  • Της διαμορφούμενης κοινωνικής ισότητας.
  • Της ανεπτυγμένης αίσθησης του εθελοντισμού (volontariat) που χαρακτηρίζει κοινωνικές σχέσεις και παραγωγική διαδικασία.
Στερεότυπα και εικόνες διαμόρφωσαν τις πρώτες αλλά και μετέπειτα τουριστικές ροές προς τους ορεινούς όγκους, εφόσον κύριο κίνητρο των επισκεπτών υπήρξε η «αλλαγή του κοινωνικού τους περιβάλλοντος» (dépaysement) και η αναζήτηση της παράδοσης και της αυθεντικότητας. Όμως η ανάπτυξη του ορεινού τουρισμού παγκοσμίως και η ταχεία κοινωνικό-οικονομική εξέλιξη των ορεινών αγροτικών πληθυσμών, λειτούργησε περιοριστικά ως προς την ικανοποίηση των αναγκών αναζήτησης της αυθεντικότητας και της παράδοσης, δημιουργώντας δευτερεύουσες τουριστικές ροές σε λιγότερο οικονομικά ανεπτυγμένες περιοχές. Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η οργάνωση πολιτιστικών επισκέψεων από τους Tour Operators (Σωτηριάδης 1994: 29-33) στα χωριά – μοναστήρια του Λαντάκ (Β. Ινδία), ή επισκέψεις / οδοιπορικό στο ιερό όρος Kailas στο Θιβέτ, τα οποία έχουν ως στόχο να τονίσουν την μεγάλη πνευματικότητα εθνοτήτων και τόπων του ορεινού όγκου των Ιμαλαϊων. Σε πολλές χώρες δεν υφίσταται η ισχυρή αγροτική παράδοση στους ορεινούς όγκους (Ιαπωνία) και σε άλλες αντικαθίσταται από τις αγροτικές περιοχές (Β. Αμερική). Στις Περουβιανές ¶νδεις ο υπερπληθυσμός και οι εντατικές καλλιέργειες των διαθεσίμων ορεινών καλλιεργήσιμων εδαφών, καθώς και η κτηνοτροφία, τους στερεί τον χαρακτηρισμό του «Wilderness». Σ’ όλες τις περιπτώσεις θα πρέπει ωστόσο να υπογραμμιστεί ότι, οι κάτοικοι των ορεινών χωρικών ενοτήτων συμπληρώνουν σε μεγάλο βαθμό τις φυσικές ανεπάρκειες των ορεινών όγκων, σε σχέση με την επισκεψιμότητά τους από τους δυνητικούς τουρίστες. 5. Η αθλητικό-αναψυχική δραστηριότητα της χιονοδρομίας (σκι) Ο θεραπευτικός / ιαματικός τουρισμός καθώς και ο τουρισμός υγιεινής διαβίωσης (παθητικός τουρισμός), διαφοροποιήθηκαν και εμπλουτίστηκαν από αθλητικές δραστηριότητες (ενεργητικός / δυναμικός τουρισμός), που χρησιμοποίησαν ως πρώτες ύλες το φυσικό στοιχείο των ορεινών όγκων (χιόνι, παγετώνες, κ.λπ.) Σ’ αυτό το χώρο-χρονικό πλαίσιο (1910, ‘¶λπεις) εμφανίζεται η αθλητικό-αναψυχική δραστηριότητα της χιονοδρομίας (σκι) (Perès 1986). To 1960 εντάσσεται στις υπόλοιπες δραστηριότητες η χιονοδρομία καταβάσεων, το 1970 το δελταπλάνο και το παραπέντε και το 1980 το κανόε-καγιάκ, διαμορφώνοντας ένα διαφορετικό πλαίσιο χωρικής ανάπτυξης και διάρθρωσης των ορεινών όγκων, παράλληλα με την διαμόρφωση νέων τουριστικών κινήτρων και νέων αντιλήψεων για τους ορεινούς όγκους και τους πληθυσμούς υποδοχής (Knafou 1994: 47-53). H αθλητικό-αναψυχική δραστηριότητα της χιονοδρομίας υπήρξε αρχικά απόρροια ενός αριθμού κινήτρων, φυσιολατρικών και τοπίου, και στη συνέχεια αθλητικών και αναψυχικών (Λύτρας 2002: 151-153). Η χιονοδρομία έχει τις ρίζες της στην ιδέα της εσωτερικής αυτοπραγμάτωσης / πλήρωσης των ατόμων, μέσω της υπέρμετρης αντιπαράθεσής τους με τους ορεινούς όγκους και κατ’ επέκταση τους φυσικούς νόμους. Σ’ αυτήν την αντιπαράθεση ο άνθρωπος μπορεί να ελέγξει τις δυνάμεις του και να υπερβεί τα όριά του. Αυτά τα κίνητρα που εμπεριέχουν μια αρχέγονη και θεϊκή διάσταση, συμπληρώνονται και από μια σύγχρονη, δυτικής προέλευσης, όπου τα άτομα τοποθετούνται σε εξέχουσα θέση και φέρουν διακριτά status, τα οποία συχνά τους επιτρέπουν να ταυτίζονται με τους ήρωες μιας μεταφυσικής / θεϊκής διάστασης. H αναζήτηση κοινωνικής διακριτότητας, ώθησε προς τα τέλη του 19ου αιώνα, τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις στην ενασχόλησή τους με τις δραστηριότητες αναψυχής. Σ’ αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο, η πραγματοποίηση αθλητικό-αναψυχικών δραστηριοτήτων στους ορεινούς όγκους διακατέχει αξιοσημείωτη θέση. Οι μετακινήσεις / διαμονή των ¶γγλων αριστοκρατών αρχικά στις ¶λπεις (18ος αιώνας) και των Γάλλων, Γερμανών και Ιταλών στην συνέχεια (Chamonix, Cauterets … κ.λπ.), συνέβαλαν στο γεγονός η αναζήτηση κοινωνικής διακριτότητας των «ολίγων» (αριστοκράτες, εισοδηματίες) να διαμορφώσει μια έντονη τάση μιμητισμού για έναν μεγαλύτερο αριθμό ατόμων (Veblen 1970). Η αθλητικό-αναψυχική δραστηριότητα της χιονοδρομίας σχεδόν παράλληλα με την αναγνώριση των ορεινών όγκων ως τουριστικών προορισμών, ακολούθησε μια πορεία που εμπεριείχε τα στοιχεία του μιμητισμού και του εκδημοκρατισμού. Εκτός των Σκανδιναβικών χωρών, όπου διαπιστώνεται να ενυπάρχει μικρή σχέση μεταξύ χιονοδρομίας και τουρισμού, τουλάχιστον σε μια πρώτη χρονική περίοδο, εφόσον κλιματολογικές συνθήκες και καθημερινές πρακτικές αιτιολογούν την διάδοση της συγκεκριμένης δραστηριότητας, ένα διαφορετικό σκεπτικό αναπτύσσεται ως προς τα παραπάνω, κινούμενοι κατά μήκος του νοητού άξονα Βορρά – Νότου που περιλαμβάνει τις χώρες της κεντρικής και της νοτίου Ευρώπης. Αρχικά η αθλητικό-αναψυχική δραστηριότητα της χιονοδρομίας υιοθετήθηκε / πραγματοποιήθηκε από δύο διακριτούς μεταξύ τους τύπους τουριστών:
  • Τους ανήκοντες σε υψηλές εισοδηματικές κατηγορίες, οι οποίοι χαρακτηρίζονται για:
    - τον υψηλό βαθμό προτίμησης επιλεκτικών/ελιτίστικων παραθεριστικών προορισμών
    - την έλξη τους από τα χειμερινά αθλήματα και τις δραστηριότητες αναψυχής στους ορεινούς όγκους
  • Τους κατοίκους των αστικών κέντρων, οι οποίοι διαβλέπουν στην χιονοδρομία μια αθλητικό-αναψυχικού τύπου δραστηριότητα, πραγματοποιούμενη την χειμερινή περίοδο και κυρίως κατά την διάρκεια του Σαββατοκύριακου (Weekend).
Κατά την διάρκεια της περιόδου 1945-1975 καταγράφεται εκ μέρους των κέντρο-ευρωπαϊκών χωρών, και ιδίως της Γαλλίας, μια προσπάθεια διάδοσης της χιονοδρομίας στα μεσαία εισοδηματικά στρώματα, στα πλαίσια ενός προγράμματος εκδημοκρατισμού της συγκεκριμένης δραστηριότητας. Σήμερα η επικρατούσα κατάσταση ως προς την χιονοδρομία, σύμφωνα με τις απόψεις πολλών κοινωνιολόγων, φαίνεται να ερμηνεύεται σε μεγάλο βαθμό από το φαινόμενο του μιμητισμού, όπου οι αξίες μιας μεταμοντέρνας εποχής (αναζήτηση ταυτότητας, ατομισμός, ναρκισσισμός κ.λπ.) επιβάλλονται πλέον στα άτομα (Βαρβαρέσος 2000: 235-237). Ωστόσο, το φαινόμενο του μιμητισμού συμβάλλει στον πολλαπλασιασμό των δυνητικών χιονοδρόμων και κατ’ επέκταση στον εκδημοκρατισμό του ορεινού χιονοδρομικού τουρισμού. 6. Πλαίσιο ανάπτυξης τουριστικών και αναψυχικών δραστηριοτήτων στους ορεινούς όγκους Στα τέλη του 20ου αιώνα μια σειρά κοινωνικό-οικονομικών μεταβολών, επέδρασε δυναμικά στην διαμόρφωση της ζήτησης για αγαθά και υπηρεσίες των ορεινών χωρικών ενοτήτων, ώστε να εξαρτάται πλέον σε μεγάλο βαθμό από την (Sue 1983: 27-54):
  • Ποιότητα των υπηρεσιών υποδοχής που διασφαλιζόταν από τους τοπικούς πληθυσμούς.
  • Αυθεντικότητα του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος.
  • Ποιότητα του φυσικού τοπίου.
  • Διατήρηση / συντήρηση των πολιτιστικών μνημείων.
Οι παραπάνω μεταβλητές της αυξανόμενης τουριστικής ζήτησης φαίνεται να ερμηνεύονται από παράγοντες όπως η αποδυνάμωση του μύθου της τεχνολογικής προόδου και των προγραμμάτων κοινωνικής ανάπτυξης, ο υψηλός βαθμός ανικανοποίησης του αστικού τρόπου ζωής και η αναζήτηση ασφάλειας σε παραδοσιακές αξίες. Ως εκ τούτου, η ανάπτυξη του τουρισμού στους ορεινούς όγκους, απορρέει από την σχέση που διαμορφώνεται μεταξύ των κοινωνικό-πολιτιστικών και αναψυχικών αναζητήσεων των δυνητικών επισκεπτών και του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος που καλείται να τις ικανοποιήσει. Φυσικά οι αναζητήσεις / ανάγκες και ο βαθμός ικανοποίησης των δυνητικών τουριστών ποικίλλουν πολιτιστικά και εθνικά εφόσον, η μόδα, οι εθνικές ταυτότητες και οι ανθρωπολογικού τύπου δεσμοί που συνδέουν τον άνθρωπο με τους ορεινούς όγκους δεν διέπονται από το ίδιο χώρο-χρονικό πλαίσιο. Επομένως οι τύποι και η ένταση των τουριστικών ροών που κατευθύνονται προς τους ορεινούς όγκους, διακρίνονται για τις έντονες ενδοπεριφερειακές και διαπεριφερειακές διακυμάνσεις τους, υποκείμενες σε ισχυρές επιρροές ανθρωπολογικού – πολιτιστικού χαρακτήρα. Η χωρική κατανομή των ορεινών όγκων σε παγκόσμιο επίπεδο, δεν αντιστοιχήθηκε από μια ανάλογη χωρική διάταξη των τουριστικών ροών, οι οποίες διαμορφώθηκαν σε συσχετισμό με την απόσταση ορεινών όγκων και τόπων προέλευσης των δυνητικών τουριστών / χιονοδρόμων. Η αυξητική τάση των τουριστικών ροών προς τους ορεινούς όγκους, υπήρξε απόρροια του εκδημοκρατισμού του ορεινού – χιονοδρομικού τουρισμού και πιο συγκεκριμένα της εξάπλωσής του στα μεσαία εισοδηματικά στρώματα, με μικρό βαθμό κινητικότητας και εξαρτώμενα ως εκ τούτου, αφενός μεν από την ύπαρξη υποδομών και μεταφορικών μέσων αφετέρου δε από το αυξανόμενο ποσοστό των μικρής διάρκειας διακοπών στο γενικό σύνολο (Βαρβαρέσος 1999: 37-38). H αύξηση ωστόσο της κινητικότητας των ατόμων, ως φυσική συνέπεια του πολλαπλασιασμού των ιδιωτικής χρήσης μεταφορικών μέσων και των μικρής διάρκειας διακοπών (Weekend), συνέβαλε στην ενεργοποίηση πρόσθετων τουριστικών ροών, μικρής διάρκειας παραμονής, προς τους ορεινούς όγκους (Carraud, Servoin 2001: 45-84). Ως εκ τούτου, ο βαθμός προσπελασιμότητας ανάγεται σε βασικό παράγοντα χωροθέτησης των σταθμών χειμερινών αθλημάτων και προστίθεται στους προαναφερθέντες. Η ένταση των τουριστικών ροών απεικονίζει τον βαθμό ικανοποίησης των βασικών συνθηκών / παραγόντων χωροθέτησης των σταθμών. Οι ¶λπεις παραμένουν ο σημαντικότερος ορεινός όγκος του κόσμου, όπου πραγματοποιούνται σε ετήσια βάση 100 εκατομμύρια διανυκτερεύσεις και το 1/4 των τουριστικών δαπανών σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην Ιαπωνία οι σταθμοί χειμερινών αθλημάτων βρίσκονται εγκατεστημένοι στην επαρχία Nagano, σε ίση απόσταση από τα αστικά κέντρα του Τόκιο και της Οζάκα. Στον Καναδά οι πιο αξιόλογοι και πολυσύχναστοι σταθμοί βρίσκονται στο Québec, σε μικρή απόσταση από τα μεγάλα αστικά κέντρα. Στις Η.Π.Α. η πλειοψηφία των σταθμών είναι εγκατεστημένοι στην Νέα Αγγλία και πιο συγκεκριμένα στα Appalaches και το Wisconsin. Στην Ελλάδα το χιονοδρομικό κέντρο του Παρνασσού βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το αστικό κέντρο της Αθήνας και διακρίνεται για τις τουριστικές ροές μεσαίας και μικρής έντασης και κατ’ επέκταση μικρής διάρκειας παραμονής (Weekend). Ωστόσο, τα ποσοστά αναχώρησης για διακοπές στους ορεινούς όγκους διαφέρουν αισθητά μεταξύ τους, εφόσον εξαρτώνται αφενός μεν από τα χαρακτηριστικά των ορεινών όγκων, αφετέρου δε από τις εθνικές πολιτισμικές ιδιαιτερότητες και την βαρύτητα που προσδίδουν στις συγκεκριμένες γεωγραφικές ενότητες (Pearce 1993: 47-52). Σύμφωνα με τα παραπάνω, η αθλητικό-αναψυχική δραστηριότητα της χιονοδρομίας ασκείται από το 40% περίπου των Ελβετών και των Αυστριακών, το 15% των Καναδών, το 12% των Γάλλων, το 6% των Αμερικανών και το 2% των Βρετανών και των Ισπανών. Συμπληρωματικά θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, τα ποσοστά αναχώρησης για διακοπές επηρεάζονται από έναν μεγάλο αριθμό παραγόντων, κατ’ εξοχήν δημογραφικών και κοινωνικό-οικονομικών. Η πληθυσμιακή γήρανση της Ευρώπης, η οικονομική ύφεση και οι κλιματικές μεταβολές (μη επαρκής χιόνωση) επηρεάζουν σημαντικά τα ποσοστά αναχώρησης για ορεινό-χιονοδρομικό τουρισμό, δημιουργώντας ένα σημαντικό ποσοστό ευκαιριακών πελατών και ωθώντας τον συγκεκριμένο τύπο τουρισμού στο στάδιο της ωριμότητας. Φαίνεται λοιπόν ότι, ο ορεινός – χιονοδρομικός τουρισμός συγκριτικά με τον παράκτιο – παραθεριστικό, παρουσιάζει μια έντονη εσωστρέφεια, εφόσον το μεγαλύτερο τμήμα των τουριστικών ροών διαμορφώνεται και αναπτύσσεται στο εσωτερικό των χωρών ανάπτυξης και προώθησης των σταθμών χειμερινών αθλημάτων (Giotart 1993: 140-147). 7. Συμπεράσματα Οι ορεινοί όγκοι, ως διακριτές γεωγραφικές ενότητες, αποτελούν το χωρικό πλαίσιο ενεργοποίησης μιας ακολουθίας τουριστικών και αθλητικό – αναψυχικών δραστηριοτήτων. Πράγματι οι ορεινοί όγκοι, κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα, αντιπροσωπεύουν αξιόλογους τουριστικούς προορισμούς για τους κατοίκους των οικονομικά ανεπτυγμένων χωρών. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό διαδραμάτισαν τα πολιτιστικά πρότυπα και η γεωγραφική ενότητα προέλευσης των τουριστών, ως συστατικά στοιχεία του εθνολογικού – κοινωνικού πλαισίου και της οικονομικό-κοινωνικής ανάπτυξης των παραπάνω χωρών. Η διαμόρφωση ενός αριθμού τουριστικών κινήτρων και παραγόντων ανάπτυξης των ορεινών όγκων, οδήγησε στην ενεργοποίηση αρχικά και στον εκδημοκρατισμό στην συνέχεια, του ορεινού τουρισμού, ως φυσική απόρροια της εξάπλωσης της αθλητικό-αναψυχικής δραστηριότητας της χιονοδρομίας και της διαχρονικής ανάπτυξης των σταθμών χειμερινών αθλημάτων. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ α. Ελληνική Βαρβαρέσος, Σ. (2000), Τουρισμός: Έννοιες, μεγέθη, δομές, Β’ έκδοση, Προπομπός, Αθήνα. Βαρβαρέσος, Σ. (1999), Τουριστική ανάπτυξη και διοικητική αποκέντρωση, Προπομπός, Αθήνα. Ηγουμενάκης, Ν. (2000) Τουρισμός και Ανάπτυξη, Ιnterbooks, Αθήνα. Κομίλης, Π. (2001), Οικοτουρισμός: Η εναλλακτική πρόταση αειφόρου Τουριστικής ανάπτυξης, Προπομπός, Αθήνα. Λύτρας, Π. (2002), Η κοινωνία της αναψυχής, Interbooks, Αθήνα. Τσάρτας, Π. (1996), Τουρίστες, ταξίδια, τόποι : κοινωνιολογικές προσεγγίσεις στον τουρισμό, Εξάντας, Αθήνα. Σωτηριάδης, Μ. (1994), Τουριστική πολιτική, Τ.Ε.Ι. Κρήτης, Ηράκλειο. β. Ξενόγλωσση Barberis, C. (1992), “La montagne ou les montagnes italiennes, identités et civilisation”, Revue de Géographie Alpine, No 4: 65-76. Bozonnet, J.P. (1992), “Des monts et des mythes, l’imaginaire social de la montagne”, Presses Universitaires de Grenoble, Coll. Montagnes, Grenoble. Cazes, G. (1992), Fondements pour une géographie du tourisme et des loisirs Ed. Bréal, Paris. Carrund. M. Francois, S (2001) “Le tourisme de montagne à l’heure Européenne, Presses Univeritaires de Grenoble, Grenoble. Chabert, L. (1993), “L’aménagement de la montagne Suisse”, Revue de Géographie Alpine, No 2: 51-64. Debarbieux, B. (1990), Chamonix-Mont Blanc, P.U.G, Coll. “Montagnes”, Grenoble. Freschi, L. (1993), “La politique d’aménagement de la montagne au Tyrol du sud (Italie): Un modéle d’ autodéveloppement?”, Revue de Géographie Alpine, No 2: 31-49. Giotart, J.P.L (1993), Géographie du tourisme, (4ème ed.), Masson, Paris. Janin, B. (1976), Le Val d’Aoste, tradition et renouveau, (2ème éd.), Musumeci, Aoste. Knafou, R. (1994), Les Alpes, Editions P.U.F, Coll. “Que sais-je?”, Paris. Lachaux, C. (1980), Les Parcs nationaux, Ed. P.U.F, Coll. “Que sais-je?”, Paris. Pearce, D. (1993), Géographie du tourisme, Nathan, Coll. “Géographie”, Paris. Pérés, M. (1986), Le ski alpin, Ed. P.U.F, Coll. “Que sais-je?”, Paris. Sue, R. (1983) Le loisir, Ed. P.U.F, Coll. “Que sais-je?” 2ème éd., Paris. Velben, Th. (1970), Théorie de la classe de loisir, Gallimard, Paris.

Share |
Ads by TDN

Μικρά & Ενδιαφέροντα

Παρουσιάσεις Εταιριών

Παρουσιάσεις Προϊόντων

Οι αναγνώστες μας στο Facebook

Αγγελίες

Μια Φωτογραφία μιλάει

Συνέδρια - Ημερίδες - Εκθέσεις

Φωτορεπορτάζ

Οι αναζητήσεις του Μορφέα

Ημερολόγιο Τουριστικών Εκθέσεων

↑ top